ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΓΙΑ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Σχολιάστε κάθε άρθρο, κάνετε προτάσεις για τυχόν αλλαγή του και ψηφίστε.

Θέλετε το Σύνταγμα να ορίζει υποχρεωτικά έναν ελάχιστο τρόπο οργάνωσης, λειτουργίας και διαφάνειας των κομμάτων ή όχι;

Posted by Διαβούλευση στο 15/02/2013

Advertisements

22 Σχόλια to “Θέλετε το Σύνταγμα να ορίζει υποχρεωτικά έναν ελάχιστο τρόπο οργάνωσης, λειτουργίας και διαφάνειας των κομμάτων ή όχι;”

  1. […] […]

  2. φυσικά πρέπει να ορίζει, αλλιώς μπορεί να είχαμε στη βουλή συμμορίες που να είναι κατά των δικαιωμάτων των ανθρώπων, κατά της υπέρμετρης αξίας της ζωής και της ελευθερίας, υπέρ των βασανιστηρίων κτλ κτλ

  3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΡΟΠΙΔΗΣ - Ρόδος said

    Ναι, υποχρεωτικά και όχι απλώς ελάχιστο.

  4. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η Βουλή να παίρνει αποφάσεις με κομματικά κριτήρια. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν κόμματα στη Βουλή. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν ενδιάμεσοι μηχανισμοί (κόμματα) για τη μεταφορά της γνώμης της κοινωνίας επάνω στα θέματα που την απασχολούν. ΟΙ κληρωμένοι βουλευτές αποτελούν την παρουσία της κοινωνίας αυτοπροσώπως μέσα στη Βουλή. Χωρίς μεταπράτες και χονδρεμπορους της βούλησής της. Έτσι, κάθε απόφαση της Βουλής (με κληρωτούς πολίτες που εναλλάσσονται ανά 12 ή 18 μήνες) αποτελεί ένα οιωνεί δημοψήφισμα.

    • PP said

      Συμφωνώ προσθέτοντας ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ΕΠΑΝΕΚΛΟΓΗΣ! 18 μήνες ή 3 ή 4 χρόνια, μια φορά και ΤΕΛΟΣ!! Χωρίς σύνταξη και ιδιαίτερα προνόμια. Μόνο παροχή στέγης και τροφής για τους «απομακρυσμένους» βουλευτές, ή δυνατόν από κοινού για όλους. ΜΟΝΟ ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ, ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΣΤΙΣ ΔΟΥΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥΣ!!

  5. jim said

    ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΩΡΑ

  6. PP said

    Οι εκπρόσωποι του λαού να στέλνονται από τις τοπικές κοινωνίες απευθείας, μέσα από ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΕΣ λαϊκές συνελεύσεις ανά περιοχή (Δήμο, Περιφέρεια κ.λ.π.). Στις συνελεύσεις οι δημότες άνω των 25 ετών θα δικαιούνται να συμμετέχουν σε τακτική βάση, να ψηφίζουν και να ψηφίζονται. Εφόσον δεν συμμετέχουν, δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου.

  7. APM said

    ´´Θέλετε το Σύνταγμα να ορίζει υποχρεωτικά έναν ελάχιστο τρόπο οργάνωσης και διαφάνειας των κομμάτων ή όχι;´´
    Το Σύνταγμα ΠΡΕΠΕΙ να οριζει υποχρωτικά ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.
    ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΎΝ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ.

  8. Τα κόμματα είναι αδύνατον να μην υπάρχουν. Όμως κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να χάσουν τον πανίσχυρο θεσμικό τους ρόλο.
    Έχω διατυπώσει πρόταση για ακομμάτιστη αντιπροσωπευτική δημοκρατία που τα αποκλείει από την άμεση εμπλοκή τους στο πολίτευμα.
    Όπως και να ‘χει η δύναμή τους πρέπει να περιοριστεί προς χάριν της πραγματικής Δημοκρατίας, προς χάριν της πραγματικής έκφρασης της λαϊκής θέλησης.

    Μια Προσωπική γνώμη και πρόταση για Ακομμάτιστη Δημοκρατία. http://etsiehoyntapragmata.blogspot.com/
    Ας μπολιάσουμε τις καλλίτερες ιδέες μας κι ας ενωθούμε για να γεννήσουμε το μέλλον μας, το δικό μας και των παιδιών μας.

  9. manoli said

    Να καταργηθούν τα κόμματα! Τα κόμματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μηχανισμοί πολιτικής κατεύθυνσης ή αλλιώς «μαντριά» και ισχύει «η αρχή του ενός», όπως όλοι παρατηρούμε στις μέρες μας. Ο καθένας που θα εκλέγεται ως βουλευτής θα εκλέγεται με βάση τις πολιτικές του απόψεις κρινώμενος προσωπικά. Ουσιαστικά, όλοι θα είναι ανεξάρτητοι.

    • Τι νοημα εχει να υπαρχουν 3-4 -10 κομματα οταν υπαρχει Δημοκρατια;;;;;Τι θα εκπροσωπει το καθενα,οταν οι πολιτες θα μπορουν να εκπροσωπουν τον εαυτο τους και μαλιστα πολυ καλυτερα απο αυτα;;;;;Δεν βρισκω νοημα στα κομματα…ισως χρειαστει ενας αλλος μηχανισμος στη θεση τους….

  10. eleniKehri@gmail.com said

    Στη δημοκρατία δεν χρειάζονται κόμματα.

  11. Απο Πλατεια Βαθης said

    και αυτη η απαντηση ευκολη… και παμε παρακατω

  12. Styl. Sfakianakis said

    KΑΛΗ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΛΛΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΣΤΑ ΤΟ ΤΑΧΥΤΕΡΟ.ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ 2013

  13. Τα συντάγματα είναι για να βάζουν κανόνες, και αυτό συμβαίνει μόνο σε συγκροτημένες κοινωνίες.

  14. ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ.
    ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ
    Κατ΄ αρχήν θέλω να συγχαρώ την Κίνηση Πολιτών για το έργο της, που αποτελεί πραγματική καινοτομία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνω στο πρώτο άρθρο της πρότασης: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Δημοκρατία».
    Προσωπικά έχω κάνει κάποιες ανεξάρτητες σκέψεις που τις έχω διατυπώσει με τη μορφή ενός Προ-προ-σχεδίου Συντάγματος που προτείνω να αναρτηθεί για κρίση από τους πολίτες. Οι κύριες διαφορές του δικού μου προ-προ-σχεδίου από αυτό της «πρότασης των πολιτών» είναι:
    1. Διατυπώνω το πρώτο άρθρο του Συντάγματος με τις ίδιες ακριβώς λέξεις.
    2. Η κύρια διαφορά της δικής μου πρότασης από την πρόταση της Κίνησης Πολιτών έγκειται στο ότι εγώ προτείνω τα μέλη της βουλής να κληρώνονται από το σύνολο του πληθυσμού και όχι να εκλέγονται. Οι λόγοι που προτιμώ την κλήρωση αντί της εκλογής, συνοψίζονται παρακάτω:
    3.1. Ο Αριστοτέλης δίνει τον σαφή ορισμό για τη δημοκρατία: «ΛΕΓΩ Δ’ ΟΙΟΝ ΔΟΚΕΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΝ ΜΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΛΗΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΣ ΑΡΧΑΣ, ΤΟ Δ’ ΑΙΡΕΤΑΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΝ».
    3.2. Το πολίτευμα με εκλογή επομένως δεν είναι δημοκρατία, αλλά ολιγαρχία αντιστοιχώντας περισσότερο στη Ρωμαϊκή Res Publica, παρά στην Αρχαιοελληνική παράδοση. Το ονομάσαμε Δημοκρατία προκαλώντας σύγχυση, που δεν υπάρχει στις ευρωπαϊκού τύπου ρεπούμπλικες (π.χ. République française, Σοβιετική Республик, Bundesrepublik Deutschland). Αν τελικά επιλεγεί η εκλογή αντί της κλήρωσης, το πρώτο άρθρο πρέπει να διατυπωθεί ως εξής: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι ρεπούμπλικα». Με τη σύγχυση που δημιουργήσαμε, η αποτυχία του συστήματος θα αποδοθεί στο πολίτευμα της δημοκρατίας (με ανοικτή τη λύση π.χ. της δικτατορίας ή της βασιλείας κλπ) και όχι σε αποτυχία της ολιγαρχίας (res publica) όπως θα είναι πραγματικά.
    3.3.Η κλήρωση εκμηδενίζει την πιθανότητα πελατειακής σχέσης μεταξύ βουλευτών και πολιτών, που είναι αναγκαίο επακόλουθο της ρεπούμπλικας σε όλο τον κόσμο και όχι μόνο σε μας.
    3.4.Η κλήρωση αποκλείει την αποχή, με αυτόματη ποινή. Ο πολίτης που κληρώνεται, αλλά, χωρίς επαρκή λόγο, δεν δέχεται να αναλάβει την αντίστοιχη ευθύνη, παύει να είναι πολίτης.
    3.5. Αντίθετα από την εκλογή που επιτρέπει την εκλογή «αρίστων» ως βουλευτών, η κλήρωση δεν την εξασφαλίζει. Όμως η κλήρωση μπορεί να αποκλείσει εκ των υστέρων κληρωμένους τους «χειρίστους», όπως π.χ. για λόγους ποινικούς, αστικούς, ψυχιατρικούς κλπ. Τέτοιος αποκλεισμός δεν μπορεί να γίνει με την εκλογή, διότι στη δημοκρατία η λαϊκή βούληση είναι κυρίαρχη και αμετάκλητη. Στην πράξη με την εκλογή έχουν γίνει βουλευτές «χείριστοι» εδώ και διεθνώς (χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα η Τσιντσολίνα).
    3.6. Η κλήρωση, αντίθετα από την εκλογή, είναι ανέξοδη. Αυτό επιτρέπει συχνή ανανέωση της βουλής (π.χ. του ενός τρίτου των βουλευτών ανά έτος) που αναμένεται να δρα αποτρεπτικά στις ανεξέλεγκτες πολιτικές κρίσεις.
    3.7. Η κλήρωση εγκαθιστά αυτόματα την ισοπολιτεία. Η βουλή δεν αποτελείται από νομικούς, γιατρούς, μηχανικούς, ούτε από άνδρες στη συντριπτική πλειοψηφία της, αλλά έχει δημογραφική σύνθεση στατιστικά όμοια με των πολιτών. Επομένως εκφράζει πιο γνήσια από κάθε άλλο τρόπο τη βούληση των πολιτών. Η μη ικανοποιητική εκπροσώπηση των πολιτών στη βουλή της αφαιρεί κύρος και στους μη ικανοποιημένους δεν μένει παρά να εκφράσουν τη βούλησή τους στους δρόμους με όλες τις συνέπειες.
    3.8. Η βουλή με εκλογή εκφράζει, ακόμη και με την απλή αναλογική, τη βούληση των κομμάτων, ενώ με κλήρωση εκφράζει τη βούληση των πολιτών. Ο βουλευτής που δεν ψηφίζει όπως του υπαγορεύει το κόμμα του κινδυνεύει να βρεθεί εκτός κόμματος και κανένας νόμος δεν μπορεί να αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα από το κόμμα, με αποτέλεσμα να μην ξαναείναι αυτός υποψήφιος.
    3.9. Μια βουλή με κληρωμένους βουλευτές ενδέχεται να είναι επιρρεπής σε δημαγωγικούς λαϊκισμούς. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους εκλεγμένους βουλευτές που, επιπλέον, είναι προκατειλημμένοι από τις εντολές των κομμάτων τους, ενώ οι κληρωμένοι ψηφίζουν κατά συνείδηση.
    3.10. Το επιχείρημα ότι μέσα στους κληρωμένους βουλευτές θα υπάρχουν οπωσδήποτε και ανεπαρκώς μορφωμένα άτομα (προφανώς στην ίδια αναλογία όπως στην κοινωνία) και αυτό θα αποβαίνει σε βάρος των αποφάσεών της δεν φαίνεται να είναι εμπειρικά πειστικό. Η θέση των πολλών ανωνύμων είναι συχνά ορθότερη από τον ολίγων «εκλεκτών», όπως διαπιστώνει ο μέγιστος από τους ιστορικούς της νεότερης Ελλάδας, Κ. Παπαρηγόπουλος: «…τὸ ἂδηλον εἶναι πολλάκις μυστηριῶδὲς τι προαίσθημα τῶν πολλῶν μᾶλλον ἢ ἐπιστημονική διάγνωσις τῶν ολίγων. Ὃθεν ὃλως ἂπορον δὲν εἶναι ὃτι τὸ πάλαι ὁ λαὸς ἀνεδείχθη σοφώτερος τῶν διδασκάλων αὐτοῦ».
    3.11. Για να μειωθούν οι βλαπτικές συνέπειες μιας λαϊκίστικης ψήφου, προτείνεται να υπάρχει μια παράλληλη Γερουσία για νόμους με μακροπρόθεσμες συνέπειες (π.χ. δικαιώματα μειονοτήτων, διάθεση της γης, θρησκεία, εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς). Για να διαθέτει η Γερουσία αφενός διαχρονικό κύρος και αφετέρου έκφραση της βούλησης του λαού σε συνδυασμό με πολιτική εμπειρία και επαρκείς νομικές γνώσεις, τα μέλη της μπορούν να είναι τέως πρόεδροι της βουλής, πρόεδροι της δημοκρατίας, επικεφαλής ανώτατου δικαστηρίου.
    4. Ως προς τη σχέση εκκλησίας και κράτου, τάσσομαι σαφώς υπέρ του διαχωρισμού τους. Πιο συγκεκριμένα αυτό περιλαμβάνει δύο κύρια σκέλη.
    Α) Θρησκευτική παιδεία. Είναι απαραίτητη σε όλους τους Έλληνες πολίτες, στους πολίτες όλου του κόσμου, φρονώ. Οφείλει, ωστόσο, το μάθημα των θρησκευτικών να αντικατασταθεί από μάθημα θρησκειολογίας. Αυτό είναι υποχρεωτικό σε όλα τα παιδιά Ελλήνων πολιτών στα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (αλλιώς προάγομε το σχηματισμό μειονοτήτων με διαφορετική παιδεία), από θεολόγους οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος ή θρησκείας, εφόσον έχουν πτυχίο αναγνωρισμένο από το κράτος.
    Β) Οικονομική σχέση. Τα θρησκευτικά δόγματα και θρησκείες οφείλουν να διαθέτουν τους δικούς τους οικονομικούς πόρους προερχόμενους από τους πιστούς τους. Η ενίσχυσή τους από ξένους φορείς (π.χ. Βατικανό, Ισλάμ, Ισραήλ) πρέπει πιθανώς να απαγορευθεί πλήρως. Αλλιώς, η ορθοδοξία θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, αφού το Φανάρι δεν διαθέτει πόρους, ενώ ασφαλώς δεν θα θέλαμε την εξάρτηση από την ομόδοξη Μόσχα. Εναλλακτικά, κάθε εισφορά από ξένο φορέα προς ένα δόγμα ή θρήσκευμα θα πρέπει να διανέμεται από κρατικό φορέα αναλογικά σε όλα τα δόγματα και θρησκείες.
    Και τα δύο παραπάνω μέτρα (παιδεία, οικονομικό) αποσκοπούν αφενός στην ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης σε όλους τους Ελληνόπαιδες, ανάλογα με το θρήσκευμα των γονιών τους, και αφετέρου στην άμβλυνση των αντιπαραθέσεων μεταξύ διαφορετικών δογμάτων και θρησκειών.
    6. Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί ένα είδος «κάθετης» κατανομής του κράτους, που αντίστοιχή της υπήρχε στην αρχαιότητα. Είναι αναμφισβήτητα σωστή, αλλά ενέχει ένα κίνδυνο που είχε επισημανθεί από τους προγόνους μας, τον κίνδυνο αποσχιστικών τάσεων. Αν δηλαδή μια περιφέρεια θεωρεί ότι έχει οικονομική αυτονομία και ότι οι προσπάθειές της αναλώνονται από το κράτος στη στήριξη άλλων φυσικά πτωχότερων περιφερειών, μπορεί να αναπτύξει αποσχιστικές τάσεις. Οι πρόγονοί μας διαπίστωσαν ότι η κεντρική διοίκηση (εκκλησία του Δήμου και Βουλή, σημερινό δημοψήφισμα και Βουλή) δεν αρκούσαν για να αμβλύνουν τέτοιες τάσεις και είχαν καθιερώσει και μια «οριζόντια» διαίρεση του κράτους, που θα αντιστοιχούσε σήμερα στην συνδικαλιστική διαίρεση των πολιτών.
    Με την παραπάνω έννοια, τα συνδικαλιστικά όργανα (άρθρο 29 στο δικό μου προ-προ-σχέδιο) οφείλουν να είναι α) πανελλήνια, β) να είναι ΝΠΔΔ (ή πάντως όπως είναι τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης) και γ) δύο βαθμίδων. Η κατώτερη βαθμίδα οφείλει να είναι επαγγελματική (π.χ. σύλλογος ιατρών, αλιέων, κλπ). Η ανώτερη βαθμίδα οφείλει να περιλαμβάνει επαγγελματικές ομάδες με ομοειδή χαρακτήρα ανεξάρτητα από την οικονομική επιφάνειά τους. Π.χ. ένα όργανο Ναυτικών περιλαμβάνει στους κόλπους του τόσο πλοιοκτήτες όσο και μούτσους. Η διοίκηση των οργάνων αυτών οφείλει να ακολουθεί το γενικό σχήμα που προτείνεται: διοικητικά συμβούλια επιλεγόμενα με κλήρωση και επικεφαλής τους άτομο με κατάλληλες προδιαγραφές που εκλέγεται από τα μέλη τους.
    7. Στο προ-προ-σχέδιό μου προτείνεται η δημιουργία «τιμητηρίων» (άρθρο 98). Με την καινοφανή εισαγωγή των τιμητηρίων επιχειρείται να δοθούν πρότυπα συμπεριφοράς όχι μόνον αρνητικής, με ποινή στους εκτρεπομένους από τον αποδεκτό τρόπο ζωής, αλλά και θετικής. Αναμένεται να βοηθήσει στη διαμόρφωση νοοτροπιών που δεν κατευθύνονται από τη βούληση τυπικών άρχών, αλλά από το κοινό αίσθημα και γι΄ αυτό υπόκεινται σε εθιμικό μάλλον παρά σε τυπικό δίκαιο.
    ΕΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
    Άρθρο 1. Θεωρώ ότι είναι απαραίτητη μια παράγραφος που να ορίζει την Ελληνική επικράτεια, όπως «Η επικράτεια της Ελλάδας εμφαίνεται στο συνημμένο χάρτη. Η Ελλάδα δεν έχει βλέψεις σε γειτονικές χώρες»
    Παρ 3. «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό, μέσω εκλογών, κλήρωσης, δημοψηφισμάτων …»
    Άρθρο 4. Θεωρώ ότι προϋπόθεση για να έχει ένας Έλληνας πολίτης πλήρη πολιτικά δικαιώματα, οφείλει να έχει προηγουμένως υπηρετήσει υποχρεωτική θητεία στις ένοπλες δυνάμεις ή όπου αλλού κρίνεται από την πολιτεία απαραίτητο. Συζητήσιμο είναι αν επιτρέπεται να έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα κάποιος με διπλή ιθαγένεια.
    Άρθρο 4/παρ 6. Το άρθρο αυτό δεν κάνει διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Ελληνίδων. Θεωρώ ότι και τα δύο φύλα οφείλουν να εκτελούν κάποιου είδους υποχρεωτική θητεία, για να έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.
    Άρθρο 5/παρ 3. Χρειάζεται σαφέστερο ορισμός του αγώνα υπέρ της ελευθερίας, καθώς η διάκρισή του από την τρομοκρατική δραστηριότητα δεν είναι πολύ σαφής.
    Άρθρο 13/παρ 5. Ο όρκος πρέπει να απαγορευθεί τουλάχιστον στους Χριτιανούς, καθώς τον απαγορεύει ο ίδιος ο Χριστός (Μτθ, 5/14) Πρέπει να αντικατασταθεί από υπεύθυνη δήλωση σε όλα τα άρθρα που ακολουθούν
    Άρθρο 18/παρ 5. Για λόγους ανεξιθρησκείας, πρέπει να προστατευθούν και περιουσίες άλλων δογμάτων και θρησκειών (συναγωγές, τζαμιά, καθολικοί ναοί κλπ)
    Άρθρο 23. Βλέπε εκτενές σχόλιο στο τέλος.
    Άρθρο 23/ παρ 4. Η απεργία απαγορεύεται και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών
    Άρθρο 23/παρ 5. Μήπως πρέπει να ορισθούν και τα όρια της δυνατότητας για εργασία εκείνων των εργαζομένων που δεν επιθυμούν να απεργήσουν;
    Άρθρο 25. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς κοινωνικό, αλλά επιπλέον πολιτικό ζώο (Αριστοτέλης). Μήπως ο όρος κοινωνία πρέπει να αντικατασταθεί από τη λέξη «πολιτεία»;
    Άρθρο 27/παρ 2. Οι μεταβολές στα όρια της Επικράτειας απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα, καθώς μπορούν να αποτελούν αίτιο πολέμου, όπως από μια Γερουσία (βλ. προτεινόμενο από εμένα προ-προ-σχέδιο Συντάγματος) και δημοψήφισμα
    Άρθρο 32. Πρέπει να ορισθεί η διάρκεια της πλήρους θητείας του Προέδρου
    Άρθρο 44. Αν η Βουλή αποτελεί δείγμα της βούλησης του λαού και εκφράζει στατιστικά τη βούλησή του τότε, ένα σώμα ένα ποσοστό 50% στη Βουλή αντιστοιχεί στατιστικά σε μια διακύμανση 46%-54%. Επομένως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να έχει το δικαίωμα να προκηρύσσει δημοψήφισμα για ψηφισμένα (ή και καταψηφισμένα) νομοσχέδια με συγκεκριμένους όρους, (όπως η γνώμη μιας Γερουσίας) και εφόσον τα ποσοστά της ψήφου στη Βουλή δεν είναι 54%.
    Άρθρο 51/παρ 3. Οι βουλευτές οφείλουν να κληρώνονται από το σύνολο του λαού όχι να εκλέγονται. Βλέπε εκτενές σχόλιο στο τέλος αυτού του κειμένου.
    Άρθρο 51/παρ 6. Αν οι βουλευτές κληρώνονται δεν τίθεται ζήτημα υποχρεωτικής ψήφου
    Άρθρο 53/παρ 3. Η ανανέωση της Βουλής κατά π.χ. το 1/3 ανά έτος απομακρύνει το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτων πολιτικών κρίσεων. Αν η επιλογή των βουλευτών γίνεται με κλήρωση, όπως υποστηρίζω, αυτή γίνεται ανέξοδα.
    Άρθρο 54. Η απλή αναλογική κατανέμει τους βουλευτές ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων. Η κλήρωση ανάλογα με τη βούληση των πολιτών.
    Άρθρο 55. Ο βουλευτής δεν επιτρέπεται να έχει διπλή υπηκοότητα
    Άρθρο 59. Βλέπε σχόλιο για το άρθρο 13
    Άρθρο 65. Αν η Βουλή ανανεώνεται κατ΄ έτος κατά το 1/3, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδροι οφείλουν να εκλέγονται με κάθε ανανέωση της Βουλής.
    Άρθρο 87/παρ 4. Για να είναι κάποιος υποψήφιος για προϊστάμενος εισαγγελίας πρέπει να έχει κάποια τυπικά προσόντα, όπως επαρκή τεκμηρίωση της γνώσης του Δικαίου (π.χ. πτυχίο νομικής)
    Άρθρο 88/παρ 2. Οφείλει να επιτρέπεται εξαίρεση ενόρκων μετά την κλήρωσή τους στη βάση ποινικών, αστικών, ψυχιατρικών λόγων κλπ
    Άρθρο 88/Παρ 9. «Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται, μετά από κρίση, στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει».
    Άρθρο 90/παρ 2. Στα αντικειμενικά κριτήρια οφείλουν να περιληφθούν: α)η επιείκεια/αυστηρότητα του δικαστή ως ποσοστό των καταδικαστικών αποφάσεων και β) η ορθότητα των αποφάσεων, ως ποσοστό αφενός των αθωωτικών αποφάσεων που καταδικάστηκαν σε δευτεροβάθμια δίκη και αφετέρου των καταδικαστικών αποφάσεων που αθωώθηκαν δευτεροβάθμια.
    Άρθρο 97. Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα πρέπει να δικάζονται από αμιγή ορκωτά δικαστήρια (όπως στις ΗΠΑ)
    Άρθρο 102. Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι προτιμότερο να έχει δύο (Δήμος, Περιφέρεια), όχι τρεις (Δήμος, Νομός, Περιφέρεια) βαθμούς, που αυξάνουν τη γραφειοκρατία.
    Άρθρο 102/παρ 5. Προτείνω οι μεν δήμαρχοι/αντιδήμαρχοι και περιφερειάρχες/αντιπεριφερειάρχες να εκλέγονται άμεσα από το λαό, τα αντίστοιχα όμως δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια να κληρώνονται από το λαό.
    Άρθρο 102/παρ 7. Σωστό είναι να είναι αιρετοί οι επικεφαλής της Αστυνομίας και εισαγγελίας, αλλά με υποψηφίους που διαθέτουν ανάλογα προσόντα που να τεκνηριώνουν γνώση και εμπειρία πάνω στο αντικείμενο.
    Άρθρο 108 Το κράτος πρέπει να μεριμνά όχι μόνο για τους δεσμούς των αποδήμων με τη μητέρα Πατρίδα, αλλά και για τους δεσμούς μεταξύ αποδήμων σε ποικίλα κράτη μεταξύ τους.
    Άρθρο 117. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση απαιτεί, προτείνω, οφείλει να γίνεται στη βάση νόμων που ψηφίζονται από μια Γερουσία (βλέπε προ-προ-σχέδιο Συντάγματος) μάλλον παρά από τη Βουλή.

  15. ΠΡΟ-ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ – Ι. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
    Εισαγωγή
    Προ-προ-σχέδιο Συντάγματος
    Βασικές διατάξεις. Πολίτευμα.
    Άρθρο 1. Μορφή του πολιτεύματος
    Άρθρο 2. Πρωταρχικές υποχρεώσεις της πολιτείας
    Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα
    Άρθρο 3. Ισότητα των Ελλήνων
    Άρθρο 4. Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προσωπική ελευθερία
    Άρθρο 5. Δικαίωμα στην πληροφόρηση
    Άρθρο 6. Προσωπική ασφάλεια και προφυλάκιση
    Άρθρο 7. Καμιά ποινή χωρίς νόμο, απαγόρευση βασανιστηρίων, θανατικής ποινής
    Άρθρο 8. Δικαίωμα νόμιμου δικαστή
    Άρθρο 9. Άσυλο της κατοικίας
    Άρθρο 10. Προστασία προσωπικών δεδομένων
    Άρθρο 11. Δικαίωμα αναφοράς προς της αρχές
    Άρθρο 12. Δικαίωμα του συνέρχεσθαί
    Άρθρο 13. Δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι
    Άρθρο 14. Θρησκευτική ελευθερία
    Άρθρο 15. Εευθερία του τύπου
    Άρθρο 16. Κινηματογράφος, φωνογραφία, ραδιοφωνία, τηλέραση
    Άρθρο 17. Παιδεία, τέχνη, επιστήμη
    Άρθρο 18. Προστασία της ιδιοκτηρίας, απαλλοτρίωση
    Άρθρο 19. Προστασία της ιδιοκτηρίας, ειδικές περιπτώσεις, επίταξη
    Άρθρο 20. Απόρρητο επιστολών, ανταπόκρισης και επικοινωνίας
    Άρθρο 21. Έννομη προστασία, δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης
    Άρθρο 22. Κοινωνικό Κράτος
    Άρθρο 23. Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλιικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες
    Άρθρο 24. Προστασία της εργασίας
    Άρθρο 25. Συνδικαλιστική ελευθερία
    Άρθρο 26. Προστασία του περιβάλλοντος
    Σύνταξη της Πολιτείας
    Άρθρο 27. Διάκριση των εξουσιών
    Άρθεο 28. Μεταβολή στα όρια της Επικράτειας
    Άρθρο 29. Κανόνες του διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί
    Άρθρο 30. Πολιτικά κόμματα
    Πρόεδρος τις Διμοκρατίας
    Άρθρο 31. Πρόεδρος της Κυβέρνησης
    Άρθρο 32. Προσόντα εκλογιμότητας
    Άρθρο 33. Εκλογή
    Άρθρο 34. Έναρξη θητείας, υπεύθυνη δήλωση, χορηγία
    Άρθρο 35. Αναπλήρωση
    Άρθρο 36. Διεθνής παραστάτης, διεθνείς συνθήκες
    Άρθρο 37. Διορισμός Κυβέρνησης
    Άρθρο 38. Σύγκληση Βουλής, αναστολή εργασιών
    Άρθρο 39. Έκδοση και δημοσίευση νόμων
    Άρθρο 40. Έκδοση διαταγμάτων
    Άρθρο 41. Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, δημοψηφίσματα, διαγγέλματα
    Άρθρο 42. Αρχηγός των Ένοπλων Δυνάμεων.
    Άρθρο 43. Χάρη και αμνηστία
    Άρθρο 44. Κατάσταση πολιορκίας
    Άρθρο 45. Τεκμήριο αρμοδότητας
    Άρθρο 46. Ευθύνες Προέδρου
    Βουλή
    Άρθρο 47. Βουλευτές
    Άρθρο 48. Εγγυηση εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης
    Άρθρο 49. Κλήρωση βουλευτών
    Άρθρο 50. Εκλογικές περιφέρειες
    Άρθρο 51. Προϋποθέσεις για το αξίωμα του βουλευτή
    Άρθρο 52. Περιορισμοί για το αξίωμα του βουλευτή
    Άρθρο 53. Ασυμβίβαστα έργα για βουλευτή
    Άρθρο 54. Υπεύθυνη δήλωση βουλευτή
    Άρθρο 55. Ψήφος βουλευτών
    Άρθρο 56. Ευθύνες βουλευτών
    Άρθρο 57. Βουλευτική ασυλία
    Άρθρο 58. Σύνοδος Βουλής
    Άρθρο 59. Κανονισμός Βουλής
    Άρθρο 60. Κοινοβουλευτικές επιτροπές
    Άρθρο 61. Αναφορά στη Βουλή
    Άρθρο 62. Νομοθετικό έργο της Βουλής
    Άρθρο 63. Σχέδια νόμου
    Άρθρο 64. Αιτιολογική έκθεση
    Άρθρο 65. Ψήφιση νόμου
    Άρθρο 66. Ερμηνεία νόμων
    Άρθρο 67. Φορολογία
    Άρθρο 68 Προϋπολογισμός, απολογισμός, γενικός ισολογισμός
    Άρθρο 69. Μισθοί, συντάξεις, χορητίες, αμοιβές, έκδοση νομίσματος
    Άρθρο 70. Βουλευτική αποζημίωση
    Γερουσία
    Άρθρο 71. Δομή και έργο της Γερουσίας
    Κυβέρνηση
    Άρθρο 72. Σύνθεση Κυβέρνησης
    Άρθρο 73. Αποστολή της Κυβέρνησης
    Άρθρο 74. Υπουργοί Κυβέρνησης
    Άρθρο 75. Ευθύνες Υπουργικού Συμβουλίου
    Άρθρο 76. Δίωξη κατά μελών της Κυβέρνησης
    Άρθρο 77. Αποζημίωση μελών Κυβέρνησης
    Δικαστική Εξουσία
    Άρθρο 78. Ανεξαρτησία Δικαιοσύνης
    Άρθρο 79. Διορισμός Δικαστών
    Άρθρο 80. Περιορισμοί των δικαστικών λειτουργών
    Άρθρο 81. Προαγωγές δικαστικών λειτουργών
    Άρθρο 82. Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο
    Άρθρο 83. Δικαστικοί υπάλληλοι
    Άρθρο 84. Διοικητικά, πολιτικά και ποινικά δικαστήρια
    Άρθρο 85. Διοικητικά δικαστήρια
    Άρθρο 86. Αρμοδιότητες Συμβουλίου Επικρατείας
    Άρθρο 87. Ποινικά δικαστήρια
    Άρθρο 88. Ορκωτά δικαστήρια
    Άρθρο 89. Ελεγκτικό Συνέδριο
    Άρθρο 90, Ειδικό δικαστήριο
    Άρθρο 91. Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο
    Άρθρο 92. Εξώδικη εκδίκαση παραβάσεων
    Διοίκηση
    Άρθρο 93. Μορφές διοίκησης
    Άρθρο 94. Ανεξάρτητες αρχές
    Άρθρο 95. Διοίκηση τοπικών υποθέσεων
    Άρθρο 96. Δημόσιοι υπάλληλοι
    Άρθρο 97. Περιορισμοί δημοσίων υπαλλήλων
    Άρθρο 98. Τιμητήρια
    Άρθρο 99. Καθεστώς Αγίου Όρους
    Άρθρο 100. Απόδημος ελληνισμός
    Άρθρο 101. Αναθεώρηση του Συντάγματος
    Άρθρο 102. Συντακτικές Πράξεις & Ψηφίσματα
    Άρθρο 103. Έκδοση νόμου που προβλέπεται από το Σύνταγμα
    Άρθρο 104. Ισχύς προσωρινού Κανονισμού της Βουλής
    Άρθρο 105. Εκλογή πρώτου Προέδρου Δημοκρατίας, προσωρινός Πρόεδρος
    Άρθρο 106. Ειδικά Δικαστήρια που προβλέπει το Σύνταγμα.
    Άρθρο 107. Αγροτική ιδιοκτησία, δάση, απαλλοτριώσεις, οικιστικές περιοχές.
    Άρθρο 108. Ανώτατοι Δικαστικοί λειτουργοί
    Άρθρο 109. Ψηφιακή άμεση δημοκρατία
    Άρθρο 110. Ακροτελεύτιαια διάταξη

    Εισαγωγή
    Σειρά κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ανίκανη να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας μας, που έχουν γιγαντωθεί1. Είναι απίθανο ότι όλοι οι πολιτικοί μας είναι ανίκανοι. Τα σταθερά αυξανόμενα ποσοστά αποχής στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις είναι ενδεικτικά. Αν ήταν ανικανότητα προσώπων ή κομμάτων, θα αυξάνονταν τα ποσοστά της λευκής ψήφου. Η άρνηση ψήφου υποδηλώνει ότι το σύστημα θεωρείται προβληματικό. Πολλοί συγγραφείς έχουν προχωρήσει στην αναζήτηση των αιτίων. Συνήθως καταλήγουν στο ότι φταίνε είτε οι πολιτικοί μας ή ο λαός που δεν έχει παιδεία και ωριμότητα αφού αυτούς εκλέγει. Επειδή όμως η παιδεία και η ωριμότητα αναπτύσσονται από την πολιτεία και τους πολιτικούς, η κατάληξη είναι φαύλος κύκλος. Η διέξοδος βρίσκεται προφανώς στην καθιέρωση ενός διαφορετικού συστήματος, που σημαντικό βήμα προς αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό Σύνταγμα. Μια πρόταση είναι να στηρίζεται στη δημοκρατική παράδοση των προγόνων μας, προφανώς χωρίς να είναι αντίγραφό της, αφού δεν ισχύουν οι ίδιες συνθήκες.
    «ΛΕΓΩ Δ’ ΟΙΟΝ ΔΟΚΕΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΝ ΜΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΛΗΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΣ ΑΡΧΑΣ, ΤΟ Δ’ ΑΙΡΕΤΑΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΝ» (Αριστοτέλης). Η ουσία της δημοκρατίας είναι η επιλογή των αρχόντων με κλήρο, ενώ της ολιγαρχίας με εκλογές2. Ολιγαρχία ήταν η Ρωμαϊκή respublica, όπως και όλες οι σύγχρονες «δημοκρατίες» που οι ξένοι τις ονομάζουν ρεπούμπλικες (π.χ. République française, Σοβιετική Республик, Bundesrepublik Deutschland κλπ). Ένα σύγχρονο δημοκρατικό Σύνταγμα κατάλληλο για την Ελλάδα θα όφειλε, προτείνω, να έχει τους ακόλουθους σκοπούς:
    Μεγιστοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας. Εκπροσώπηση στη Βουλή τέτοια που να εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή ταύτιση της δημογραφίας της με εκείνη των πολιτών (ισοπολιτεία). Ελαχιστοποίηση του πελατειακού κράτους. Ελαχιστοποίηση της δυνατότητας λαϊκισμού και δημαγωγίας. Ελαχιστοποίηση ανεξέλεγκτων πολιτικών κρίσεων. Ελαχιστοποίηση δαπανών από την ανανέωση της βούλησης των πολιτών. Σαφή περιγραφή του κράτους (σύνορα). Ανεξιθρησκεία. Προώθηση της γλωσσικής επάρκειας των Ελλήνων με ευχερέστερη γραπτή έκφραση των σκέψεών τους (ισηγορία). Ενίσχυση της ανεξαρτησίας των τριών εξουσιών, εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαιοσύνης (ισονομία).
    Οι παραπάνω στόχοι στηρίζονται πρώτιστα στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος, που οφείλει να διατυπωθεί απλά: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι δημοκρατία». Η Βουλή, για να εκφράζει τη λαϊκή βούληση, οφείλει να αποτελείται από βουλευτές κληρωμένους από το σύνολο του λαού. Υπενθυμίζεται ότι οι εκπαιδευμένοι, έξω από την ειδικότητά τους, είναι τόσο αρμόδιοι να κρίνουν όσο και οι ανειδίκευτοι. Και η βουλή οφείλει να εκφράζει τη βούληση του λαού και τα μέλη τους να διαθέτουν απλώς κοινό νου. Η κλήρωση των βουλευτών καθιστά σχεδόν αδύνατη την πελατειακή σχέση. Η συχνή (και ανέξοδη) ανανέωση της βουλής, π.χ. κατά το ένα τρίτο ετησίως, απομακρύνει την πιθανότητα ανεξέλεγκτων πολιτικών κρίσεων. Αντίθετα από τη βουλή, η Κυβέρνηση οφείλει να απαρτίζεται από άτομα με γνώση και πείρα της πολιτικής, με άποψη που εκφράζεται από το κόμμα στο οποίο ανήκουν και το προτιμά ο λαός. Απαιτεί εκλογή (αντίστοιχα με την εκλογή των «Στρατηγών» στην Αθηναϊκή δημοκρατία). Η Δικαιοσύνη σε πολλά μέρη του κόσμου εξακολουθεί να αποδίδεται από κληρωτά μέλη (ενόρκους), με την ευθύνη νομικών (προέδρων, εισαγγελέων, συνηγόρων) οι οποίοι γνωρίζουν άριστα τη νομολογία, αλλά δεν είναι αυτοί που αποφασίζουν. Οι νομικοί αποφασίζουν για τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου όπου κρίνονται δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια οι αποφάσεις των δικαστηρίων. Για τον περιορισμό της πιθανότητας να εκτραπεί η δημοκρατία προς το λαϊκισμό/δημαγωγία, έχω προτείνει3 την ύπαρξη ενός παράλληλου σώματος Γερουσίας που τα μέλη της επιλέγονται ex officio ως τέως επικεφαλής των τριών εξουσιών (τέως πρωθυπουργοί, πρόεδροι βουλής, πρόεδροι Ανώτατου Δικαστηρίου). Ο τίτλος του τέως τους απαλλάσσει από τρέχουσες πιέσεις που μπορούν να επηρεάζουν τη γνώμη τους. Η Γερουσία είναι υπεύθυνη να ψηφίζει νόμους πάνω σε θέματα με μακροπρόθεσμες συνέπειες (δικαιώματα μειονοτήτων, διάθεση της γης, ελευθερία έκφρασης κλπ).
    Για τη διοίκηση της χώρας, οι Αθηναίοι είχαν επιλέξει κάθετο και οριζόντιο διαχωρισμό των πολιτών. Για τα σύγχρονα δεδομένα μας, ο κάθετος διαχωρισμός αντιστοιχεί σε κατανομή κατά περιφέρειες και δήμους. Σ΄ αυτούς τους οργανισμούς μπορούν να εκχωρηθούν σημαντικές πρωτοβουλίες. Καθώς ο κίνδυνος αποσχιστικών τάσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί, υπάρχει ανάγκη και για συνεργασία μεταξύ τους με οριζόντιο διαχωρισμό της χώρας, σε πανελλήνια συνδικαλιστικά και επαγγελματικά σωματεία που αρτιώνουν τη χώρα. Τα διοικητικά συμβούλια όλων αυτών των σωμάτων μπορούν να είναι κληρωτά, με αιρετούς μόνο τους επικεφαλής τους (περιφερειάρχες, δημάρχους, προέδρους συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργάνων), που οφείλουν να έχουν κάποιες προδιαγραφές.
    Η ισηγορία των πολιτών οφείλει να είναι προφορική και γραπτή. Η δυνατότητα γραπτής επικοινωνίας στην αρχαιότητα εξασφαλίσθηκε με την επινόηση του Ελληνικού αλφαβήτου, που στηριζόταν στην αρχή ότι για κάθε προφερόμενο φθόγγο αντιστοιχεί ένα μόνο γράμμα και κάθε γράμμα προφέρεται ως ένας μόνο φθόγγος. Η απλότητά του κατέστησε το σύνολο των Ελλήνων τον πρώτο καθολικά εγγράμματο λαό. Με την εξέλιξη της γλώσσας στις χιλιετίες η απλή γραπτή απεικόνιση της γλώσσας, που αποτελεί την ουσία του Ελληνικού αλφαβήτου, χάθηκε. Σήμερα εξακολουθεί να αντιστοιχεί κάθε γράμμα σε ένα φθόγγο, αλλά υπάρχουν πολλαπλοί τρόποι να γραφούν κάποιοι φθόγγοι (π.χ. Η, ῌ, Ι, Υ, ΕΙ, ΟΙ, για το φθόγγο Ι). Έχει μετρηθεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων (76%-100% εκέινων με υπερδωδεκαετή εκπαίδευση) είναι ανίκανοι να γράψουν ένα κείμενο χωρίς ορθογραφικό λάθος, διστάζοντας έτσι να παρουσιάζουν γραπτά τις απόψεις τους4-6. Από την άλλη, η φωνητική γραφή, ενώ δεν δυσχεραίνει την κατανόηση του κειμένου, είναι, για τους εγγραμμάτους, που την βλέπουν για πρώτη φορά, δυσκολότερο να αναγνωσθεί. Κατά μέσον όρο απαιτεί περιπου 30% μακρότερο χρόνο από την ανάγνωση του ίδιου κειμένου γραμμένου με την ιστορική ορθογραφία. Η εφαρμογή της αρχής των προγόνων μας θα απαιτούσε είτε να προσαρμοσθεί η τρέχουσα γλώσσα στη γραφή και να προφέρεται π.χ. το «ΕΙΜΑΙ» ως «ΕΪΜΑΪ» ή να γράφεται ως «ΙΜΕ». Προφανώς η δεύτερη λύση είναι η καλύτερη. Λόγω των δυσχερειών που μετρήθηκαν4, ωστόσο, το προτεινόμενο Σύνταγμα δεν είναι γραμμένο με φωνητική γραφή, ώστε να συμφωνεί με τις αρχές της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Παράλληλα, για ένα πλουσιότερο λεξιλόγιο που αποδίδει λεπτές αποχρώσεις της έκφρασης, απαιτείται η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου7. Η αποκατάσταση της αρχής του Ελληνικού αλφαβήτου είναι πιθανώς απαραίτητη για την ισηγορία.
    Το παρόν προ-προ-σχέδιο Συντάγματος είναι προϊόν βαθμιαίων αναθεωρήσεων με βάση άλλες προτάσεις για Σύνταγμα. Προφανώς απαιτεί εκτεταμένη συζήτηση, τόσο από το σύνολο των πολιτών, όσων επιθυμούν να έχουν άποψη, όσο και από πλειάδα νομικών, ιδιαίτερα συνταγματολόγων που έχουν σχετική γνώση και πείρα.
    Για τη σύνταξη του παρόντος προ-προ-Σχεδίου έχουν ληφθεί υπόψη, εκτός από το ισχύον Σύνταγμα, και η πρόταση των Αλιβιζάτου και συν8 για ένα «Καινοτόμο Σύνταγμα στην Ελλαδα», η «Αθηναίων Πολιτεία» του Αριστοτέλη σε μετάφραση Κόντου9 και η Συνταγματική πρόταση της κίνησης πολιτών με την ονομασία Συνταγματική πρόταση της κίνησης πολιτών με την ονομασία «Πρωτοβουλία για Ριζικη Συνταγματική Αλλαγή» 10. Το παρόν προ-προ-σχέδιο Συντάγατος εκπονήθηκε με την πεποίθηση ότι ένα εντελώς νέο Σύνταγμα οφείλει να έχει ψηφισθεί από το σύνολο του λαού (δημοψήφισμα) με εισήγηση σχεδίου εκπονημένου από Συνταγματολόγους που έχουν συνυπολογίσει προτάσεις από κάθε πολίτη που επιθυμεί να συνεισφέρει με ιδέες11.

  16. ΠΡΟ-ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΙΙ/α Βασικές διατάξεις
    Προ-προ-σχέδιο Συντάγματος
    Στο όνομα του Ελληνικού Λαού:
    Σχόλιο. Όπως διακηρύσσεται σαφέσετερα παρακάτω, στο Ελληνικό Κράτος ο Ελληνικός Λαός διαθέτει την υπερτατη βούληση.

    ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ.
    Άρθρο 1 Μορφή του πολιτεύματος
    1. Η επικράτεια της Ελλάδας εμφαίνεται στο συνημμένο χάρτη. Η Ελλάδα δεν έχει βλέψεις σε γειτονικές χώρες.
    Σχόλιο. Ο Α. Παπανδρέου κατηγορούσε τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή διότι δεν υπάρχει χάρτης της Ελλάδας. Ως πρωθυπουργός αργότερα δεν προώθησε το ζήτημα. Είναι απαραίτητο να υπάρχει τέτοιος χάρτης και εμείς, όπως και κάθε άλλος λαός να γνωρίζουμε ότι η παραβίαση αυτού του χάρτη είναι casus belli. Η σαφήνεια στη γνώση των συνόρων μας βοηθά στην ανάπτυξη φιλικών δεσμών.
    2. Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Δημοκρατία.
    Σχόλιο. Υπάρχει σημαντική αντίφαση στο υπάρχον Σύνταγμα. («Τα πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Αν η λαϊκή κυριαρχία επιθυμεί να αλλαχτεί το πολίτευμα, αλλά οι εξουσίες που πηγάζουν από το λαό ασκούνται όπως ορίζει αυτό το Σύνταγμα,η λαϊκή κυριαρχία είναι δεσμευμένη, καθώς το Σύνταγμα, αυτοανακηρύσσεται υπεράνω της λαϊκής κυριαρχίας. Το προ-προ-σχέδιο που προτείνεται δεν αποτελεί καινοτομία, αλλά επιστροφή στην παράδοση της κλασικής αρχαιότητας με την άμεση δημοκρατία3-5. Το ισχύον σύστημα δεν είναι δημοκρατία, αλλά ολιγαρχία, κατά τον ορισμό του Αριστοτέλη, και συγγενεύει περισσότερο με την res publica των Ρωμαίων και τις Ελληνικές ολιγαρχίες6.
    3. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία, η οποία υλοποιείται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Συντάγματος. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό μέσω εκλογών, κλήρωσης και δημοψηφισμάτων και μέσω της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστική εξουσίας, όπως ορίζει το παρόν Σύνταγμα.
    4. Κάθε πρόσωπο που ασκεί στο όνομα του λαού κρατική εξουσία λογοδοτεί ενώπιον του λαού.
    5. Η ψήφος κάθε πολίτη έχει ίση αξία μετά των υπολοίπων και δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε νόμο να αλλοιωθεί η ισοδυναμία αυτή.

    Άρθρο 2 Πρωταρχικές υποχρεώσεις της πολιτείας

    1. Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
    2. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών.

    ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

    Άρθρο 3 Ισότητα των Ελλήνων
    1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου (ισονομία), της πολιτείας (ισοπολιτεία) και της δυνατότητας για έκφραση της γνώμης τους (ισηγορία), εφόσον δεν υπάρχει συγκεκριμένος νόμος που να απαγορεύει κάποιες εκφράσεις, όπως π.χ. εξύβριση, συκοφαντία, παρακίνηση σε βία κλπ. Στο παρόν κείμενο, αν δεν γίνεται σαφής μνεία, η λέξη «Έλληνας» περιλαμβάνει αξίσου τις Ελληνίδες και τους Έλληνες.
    2. Επιτρέπεται η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας και για την άρση των ανισοτήτων που υφιστανται στην πράξη.
    3. Έλληνες πολίτες είναι, με αίτησή τους όσοι: α) είναι τέκνα ενός τουλάχιστον Έλληνα πολίτη ή β) έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή γ) διαμένουν αδιαλείπτως στην Ελλάδα για πάνω από 12 έτη. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις αφού έχουν επιτύχει σε εξέταση για την Ελληνική γλώσσα και την Ελληνική ιστορία και δηλώσουν πίστη και αφοσίωση στη νέα τους πατρίδα και στο Ελληνικό Σύνταγμα. Πλήρη πολιτικά δικαιώματα αποκτούν όλοι αφού έχουν υπηρετήσει την υποχρεωτική θητεία τους. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η Ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια απαρνούμενος την Ελληνική ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα Ελληνικά συμφέροντα.
    Σχολιο. Η υπηρεσία σε υποχρεωτική θητεία προτείνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση των πλήρων δικαιωμάτων του Έλληνα πολίτη, καθώς αυτή η θητεία αποτελεί το τελικό έμπρακτο στάδιο της παιδείας στα εθνικά ιδεώδη. Συζητήσιμο είναι αν, για να γίνει κάποιος Έλληνας πολίτης πρέπει να έχει παραιτηθεί από πολίτης άλλης χώρας, καθώς η διπλή ιθαγένεια ενδέχεται αφενός να δημιουργεί διλήμματα, αν υπάρξει αντιπαλότητα με αυτήν και αφετέρου δημιουργεί τη φοβία στην άλλη χώρα μεγαλοϊδεατικών βλέψεων από εμάς.
    4. Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες και δημόσια αξιώματα.
    5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τα καθαρά τους εισοδήματα. Η διακρίβωση του καθαρού εισοδήματος θα γίνεται στη βάση δηλώσεως του υποχρέου για την οποία φέρει ο ίδιος πλήρη ευθύνη και αποτελεί υποχρέωση του κράτους να επαληθεύσει τη δήλωση, με κάθε νόμιμο τρόπο και σύγχρονη τεχνική. Οι ποινές είναι από πριν καθορισμένες επακριβώς στο νόμο και μπορούν να φτάνουν μέχρι την παύση του επαγγέλματος ή της δραστηριότητας. Τα πρόστιμα είναι συγκεκριμένα ποσά για κάθε παράβαση, ομοίως από πριν καθορισμένα, απαγορευμένης της θέσπισης ενός εύρους προστίμου.
    6. Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας. Με ειδικό νόμο μπορεί να προβλέπεται η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής θητείας. Ειδικός νόμος προβλέπει τους όρους απαλλαγής από την υποχρεωτική θητεία.
    Σχόλιο. Το άρθρο αυτό αφήνει περιθώρια για υποχρεωτική υπηρεσία της πατρίδας ανεξάρτητα από φύλο, για διάστημα όσο απαιτείται, ανάλογα με τις ανάγκες της χώρας και της δυνατότητες κάθε ατόμου.
    7. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.

    Άρθρο 4 Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προσωπική ελευθερία
    1. Kαθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Xώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, τους νόμους ή τα χρηστά ήθη.
    2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Eλληνική Eπικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Eξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.
    3. Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας, όπως κρίνεται από αρμόδια άρχη.
    Σχόλιο. Η διάκριση μεταξύ αγώνα υπέρ ελευθερίας και τρομοκρατίας είναι δύσκολη και απαιτεί είδικό νόμο,που συνάδει με το διεθνές δικαιο.
    4. Καθένας μπορεί να εγκαθίσταται και να κινείται εντός και εκτός της χώρας. Ατομικά διοικητικά μέρα επιτρέπεται να επιβληθούν μόνον όταν και όπως ορίζει νόμος. H προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Kανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο ποινικός νόμος.
    5. Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν, εκτός των μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών.
    6. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα, εκτός των περιπτώσεων που αφορούν θέματα υγείας, είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο είτε ως περιοριστικοί όροι εξ αιτίας ποινικής δίωξης είτε ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ποινικού δικαίου.
    7. Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας και εναντίον παντός είδους βιοϊατρικών παρεμβάσεων.

    Άρθρο 5. Δικαίωμα στην πληροφόρηση

    1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
    2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 10 και 20.

    Άρθρο 6. Προσωπική ασφάλεια, προφυλάκιση

    1. Kανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Eξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα.
    2. Όποιος συλλαμβάνεται για αυτόφωρο έγκλημα ή με ένταλμα προσάγεται στον αρμόδιο ανακριτή το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψη, αν όμως η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του ανακριτή, η προσαγωγή γίνεται μέσα στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταγωγή του. O ανακριτής οφείλει, μέσα σε τρεις ημέρες από την προσαγωγή, είτε να απολύσει τον συλληφθέντα είτε να εκδώσει ένταλμα φυλάκισης. H προθεσμία αυτή παρατείνεται για δύο ημέρες, αν το ζητήσει αυτός που έχει προσαχθεί, ή σε περίπτωση ανώτερης βίας που βεβαιώνεται αμέσως με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
    3. Όταν περάσει άπρακτη καθεμία από τις δύο αυτές προθεσμίες, κάθε δεσμοφύλακας ή άλλος, είτε πολιτικός υπάλληλος είτε στρατιωτικός, στον οποίο έχει ανατεθεί η κράτηση εκείνου που έχει συλληφθεί, οφείλει να τον απολύσει αμέσως. Oι παραβάτες τιμωρούνται για παράνομη κατακράτηση και υποχρεούνται να επανορθώσουν κάθε ζημία που έγινε στον παθόντα και να τον ικανοποιήσουν για ηθική βλάβη με χρηματικό ποσό.
    4. Το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
    5. Απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης.

    Άρθρο 7. Καμιά ποινή χωρίς νόμο, απαγόρευση βασανιστηρίων, θανατικής ποινής

    1. Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.
    2. Tα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται.
    3. Η γενική δήμευση απαγορεύεται.
    4. Η θανατική ποινή απαγορεύεται.

    Σχόλιο. Με δεδομένο ότι η ανθρώπινη κρίση υπόκειται αναπόφευκτα στον κίνδυνο σφάλματος, ενώ η εκτέλεση είναι φόνος χωρίς δυνατότητα επανόρθωσης, η θανατική ποινή οφείλει να είναι απόλυτα απαγορευμένη. Εξάλλου, σε ολόκληρη την Ευρώπη η θανατική ποινή έχει καταργηθεί. Η εκτέλεση θανατοποινίτη δεν μπορεί να θεωρηθεί άμυνα της πολιτείας, διότι η άμυνα προϋποθέτει βία άδικη και παρούσα. Ο θανατοποινίτης έχει επιτελέσει βία άδικη, αλλά τη στιγμή της εκτέλεσής του η απειλή που μπορεί να ασκήσει δεν είναι παρούσα.

    5. Όσοι καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, δικαιούνται πλήρους αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το κράτος.

    Άρθρο 8 Δικαίωμα νόμιμου δικαστή
    Kανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος.
    Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν.

    Άρθρο 9. Άσυλο της κατοικίας
    1. H κατοικία του καθενός είναι άσυλο. H ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Kαμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο ποινικός νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.
    2. Oι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως ορίζει ο ποινικός νόμος.

    Άρθρο 10. Προστασία προσωπικών δεδομένων
    Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων. Προσωπικά δεδομένα είναι πληροφορίες που αφορούν την προσωπική και ιδιωτική σφαίρα του καθενός και ορίζονται σε ειδικό νόμο. Η προστασία τους ανήκει στη δικαστική εξουσία.

    Άρθρο 11. Δικαίωμα αναφοράς προς τις αρχές

    1. Kαθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Kράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον, που υπέβαλε την αναφορά, εντός προθεσμίας 30 ημερών.
    2. Mόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ’ αυτή.
    3. Η αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούνται να απαντούν στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, ιδίως πιστοποιητικών, δικαιολογητικών και βεβαιώσεων μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 30 ημερών. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής ή παράνομης άρνησης, πέραν των άλλων τυχόν κυρώσεων και έννομων συνεπειών, καταβάλλεται και χρηματική ικανοποίηση στον αιτούντα λόγω ηθικής βλάβης.

    Άρθρο 12. Δικαίωμα του συνέρχεσθαι
    1. Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ειρηνικά και χωρίς όπλα.
    2. Mόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Oι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της εισαγγελικής αρχής, αν εξαιτίας τους απειλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια.

    Άρθρο 13. Δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι

    1. Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία.
    2. Τα σωματεία και οι ενώσεις προσώπων δεν μπορούν να διαλυθούν για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού τους, παρά μόνο με δικαστική απόφαση.
    3. Oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δεν συνιστούν σωματείο.
    4. Οι συνεταιρισμοί κάθε είδους αυτοδιοικούνται σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού τους.
    5. Eπιτρέπεται η σύσταση με νόμο αναγκαστικών συνεταιρισμών που αποβλέπουν στην εκπλήρωση σκοπών κοινής ωφέλειας ή δημόσιου ενδιαφέροντος ή κοινής εκμετάλλευσης γεωργικών εκτάσεων ή άλλης πλουτοπαραγωγικής πηγής, εφόσον πάντως εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση αυτών που συμμετέχουν.

  17. ΠΡΟ-ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΙΙβ ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
    Άρθρο 14. Θρησκευτική ελευθερία
    1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
    2. Kάθε θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
    3. Κάθε Έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα να λατρεύει οποιαδήποτε θρησκεία ή και να μην έχει καμιά θρησκεία και να ασκεί τα θρησκευτικά καθήκοντά του εφόσον δεν περιλαμβάνουν πράξεις που αντιστρατεύονται αυτό το Σύνταγμα ή τους νόμους του Κράτους. Το Κράτος εξασφαλίζει ίση μεταχείριση σε όλους τους πολίτες του ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους ή τη δηλωμένη απουσία θρησκευτικής πίστης.
    4. Oι λειτουργοί όλων των θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της.
    5. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.
    6. Απαγορεύεται ο όρκος. Η αλήθεια βεβαιώνεται με υπεύθυνη δήλωση. Νόμος ορίζει τις συνέπειες της ψευδούς δήλωσης.

    Σχόλιο. Ο θρησκευτικός όρκος απαγορεύεται από το Ευαγγέλιο στους Χριστιανούς («Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως», Μτθ 5/27). Αντίστοιχα οφείλει να απαγορεύεται και στους μη Χριστιανούς. Αντί της έκφρασης «Ορκίζομαι» μπορεί να χρησιμοποιείται άλλη, π.χ. «δηλώνω υπεύθυνα»

    Άρθρο 15. Ελευθερία του τύπου
    1. Η ελευθερία της έκφρασης είναι απαραβίαστη. Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά και γραπτά δια του τύπου τους στοχασμούς του, εφόσον οι εκφράσεις του δεν αποτελούν προσβολή ή προτροπή για βία, όπως νόμος ορίζει (π.χ. εξύβριση, συκοφαντία, προτροπή σε βία κλπ).
    2. O τύπος είναι ελεύθερος. H λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.
    3. H κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται.
    4. Kατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία: α) για προσβολή κάθε θρησκείας, β) για προσβολή του προσώπου του Προέδρου του Κράτους, γ) για δημοσίευμα που αποκαλύπτει πληροφορίες για τη σύνθεση, τον εξοπλισμό και τη διάταξη των ενόπλων δυνάμεων ή την οχύρωση της Xώρας ή που έχει σκοπό τη βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος ή στρέφεται κατά της εδαφικής ακεραιότητας του Kράτους, δ) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.
    Σχόλιο. Αν ο νόμος είχε απαγορεύσει στη Γαλλία την εξύβριση θρησκευτικών ηγετών, δεν θα είχε γίνει το μακελιό Charlie
    5. Σ’ όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο εισαγγελέας, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο που έχει σύνθεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 82/3 και αυτό, μέσα σε άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για τη διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Tα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφημερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα.
    6. Καθένας ο οποίος θίγεται από ανακριβές δημοσίευμα ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση πλήρους και άμεσης επανόρθωσης. Όταν πρόκειται περί εντύπου η επανόρθωση θα είναι πρωτοσέλιδη με τις απόψεις και του θιγόμενου, όταν δε πρόκειται για ηλεκτρονικό μέσο η επανόρθωση θα γίνει με πρώτη είδηση και σε κάθε περίπτωση επανάληψη της επανόρθωσης τόσες φορές και σε τόσο χρόνο και χώρο, όσος είχε αφιερωθεί στο να θιγεί ο θιγόμενος.
    7. Καθένας ο οποίος θίγεται από υβριστικό ή δυσφημιστικό δημοσίευμα ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση άμεσης δημοσίευσης ή μετάδοσης της απάντησης σύμφωνα με τους ορισμούς της προηγούμενης παραγράφου.
    8. Tο δικαστήριο, ύστερα από τρεις τουλάχιστον καταδίκες μέσα σε μία πενταετία για διάπραξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στην παράγραφο 4, διατάσσει την οριστική ή προσωρινή παύση της έκδοσης του εντύπου ή λειτουργίας του μέσου και, σε βαριές περιπτώσεις, την απαγόρευση της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος από το πρόσωπο που καταδικάστηκε.
    9. Η εκδίκαση των αδικημάτων που τελούνται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα γίνεται σε μια ενιαία δίκη η ποινική και αστική πλευρά της υπόθεσης.
    10. Οι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι μέσων μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να διαθέτουν συγκεκριμένη άδεια από το κράτος, και να υπόκεινται σε φορολόγηση όπως οι υπόλοιποι φορολογούμενοι, χωρίς καμία ατέλεια ή φορολογική απαλλαγή. Διαπιστωμένη φορολογική παράβαση ή μη έγκαιρη καταβολή του αναλογούντος φόρου θα οδηγεί αυτόματα σε απώλεια της σχετικής άδειας.

    Άρθρο 16. Κινηματογράφος, φωνογραφία, ραδιοφωνία, τηλεόραση

    1. Oι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση.
    2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή και το οποίο θα πρέπει να επιλέγεται με κλήρωση από έναν ίσο αριθμό δικαστών, δημοσιογράφων και πολιτών. O άμεσος έλεγχος έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, καθώς και την ισότιμη προβολή όλων των κομμάτων.

    Άρθρο 17. Παιδεία, τέχνη, επιστήμη

    1. H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Kράτους. H ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.
    2. H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
    3. Tα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα.
    4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Tο Kράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους.
    5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, καθώς και από ιδιωτικά πανεπιστημιακά ή πολυτεχνικά ιδρύματα και ιδρύματα ιδιοκτησίας οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Tα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Kράτους, τα δε κρατικά ιδρύματα έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Στα ΑΕΙ, ιδιωτικά και κρατικά, απαγορεύεται η απόρρητη έρευνα.

    Σχολιο. Αφού αναγνωρίζομε τα πτυχία αποφοίτων ξένων Πανεπιστημίων, όπου σπούδασαν Ελληνόπουλα, αναγνωρίζομε και τα πτυχία που δίνονται από ξένα Πανεπιστήμια εγκαταστημένα στην Ελλάδα. Περιορισμοί, ωστόσο, οφείλουν να υπάρχουν κατά το νόμο, καθώς θα ήταν δυνατό ένα ιδιωτικό Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα να έχει τμήματα Ιστορίας, Γλώσσας κλπ χρηματοδοτούμενο από χώρες με τις οποίες υπάρχει αντιπαράθεση. Το πρόβλημα όμως δεν αφορά τόσο τη μετάδοση όσο την παραγωγή γνώσης, Τα ΑΕΙ δεν διαφέρουν μόνο ποσοτικά από τη μέση εκπαίδευση (μετάδοση περισσότερης γνώσης), αλλά και ποιοτικά: Στα ΑΕΙ όχι μόνο μεταδίδεται, αλλά και παράγεται γνώση. Η σύνδεση παραγωγής με τη διάδοση της γνώσης σημαίνει απαγόρευση της απόρρητης έρευνας στα ΑΕΙ, αντίθετα από άλλα ερευνητικά κέντρα. Η ύπαρξη ιδιωτικών ΑΕΙ θα μπορούσε να σημαίνει παραγωγή γνώσης που ανήκει στο χρηματοδότη της έρευνας. Αυτό είναι απαράδεκτο. Η βιβλιογραφία είναι γεμάτη από προκατειλημμένη έρευνα που κατευθύμεται από τους χρηματοδότες (π.χ. φαρμακευτικές εταιρίες). Από την άλλη, όταν το μονοπώλιο στα ΑΕΙ το έχει το κράτος, η προκατειλημμένη έρευνα είναι επίσης ενδεχόμενη, ιδίως αν τύχει το Κράτος, να τείνει προς τον ολοκληρωτισμό. Η παραδοχή ιδιωτικών ΑΕΙ με την εποπτία του Κράτους που μεριμνά για την ελεύθερη παραγωγή και διάδοση της γνώσης απαγορεύοντας ταυτόχρονα την απόρρητη έρευνα είναι ενδεχομένως μια λύση για το πρόβλημα.

    6. Oι καθηγητές των κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Tο υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Tα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων.
    7. Οι καθηγητές των κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο λόγω ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια με απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.
    8. Οι καθηγητές των κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους.
    9. H επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Kράτος και από ιδιωτικούς φορείς, με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια.
    10. Το κράτος χορηγεί τις άδειες για την ίδρυση και λειτουργία ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ανώτερων επαγγελματικών σχολών και εκπαιδευτηρίων, που δεν ανήκουν στο Kράτος και ειδικός νόμος ορίζει τόσο τα θέματα των αδειών όσο και τα σχετικά με την κρατική εποπτεία που ασκείται πάνω σ’ αυτά. Με νόμο που ψηφίζεται από τη Γερουσία επιτρέπεται η παραχώρηση εκτάσεων σε αλλοδαπά ανώτατα ιδρύματα για την εγκατάσταση παραρτημάτων στη χώρα. Οι πραγματεοποιούμενες επενδύσεις προστατεύονται επί μία τουλάχιστον πεντηκονταετία, σύμφωνα με το άρθρο 107/4.
    11. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι απαραβίαστη. Τα πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, αυτοδιοικούνται. Ο χώρος των ΑΕΙ είναι απαραβίαστος και οφείλει να φυλάσσεται από ειδικό σώμα ασφάλειας που διοικείται από τα όργανα διοίκησης του αντίστοιχου ΑΕΙ. Η είσοδος στα ΑΕΙ επιτρέπεται μόνο με την άδεια της διοίκησης του ΑΕΙ. Μπορεί να παραβιαστεί το άσυλο μόνο με την άδεια του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
    12. Οι φόροι από ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διατίθενται αποκλειστικά για την παιδεία.

    Σχόλιο. Η διάθεση των φόρων από ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα αποκλειστικά για την παιδεία αποσκοπεί στο να συμβάλει στην ίση αντιμετώπιση της παιδείας ανεξάρτητα από την οικονομική ικανότητα των πολιτών

    13. O αθλητισμός τελεί υπό την ανώτατη εποπτεία του Kράτους.
    14. Tο Kράτος ενισχύει οικονομικά κατά τις δυνάμεις του και ελέγχει τις ερασιτεχνικές ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους.

    Άρθρο 18: Προστασία της ιδιοκτησίας, απαλλοτρίωση

    1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Kράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.
    2. Kανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, σύμφωνα με ειδικό νόμο περί απαλλοτριώσεων και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο.
    3. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Η όλη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και η καταβολή της αποζημίωσης θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε χρονικό διάστημα το ανώτερο τριών ετών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της πρώτης απόφασης σχετικά με την απαλλοτρίωση, διαφορετικά η απαλλοτρίωση είναι αυτοδίκαια άκυρη.
    4. Πριν καταβληθεί η αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη.
    5. H αποζημίωση δεν υπόκειται σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.
    6. Όταν πρόκειται να εκτελεστούν έργα κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Xώρας, μπορεί να επιτραπεί η απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισμών κοινής ωφέλειας και δημόσιων επιχειρήσεων, ευρύτερων ζωνών, πέρα από τις εκτάσεις που είναι αναγκαίες για την κατασκευή των έργων, πάντα όμως με τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων.
    7. Μπορεί να διανοιχθούν υπόγειες σήραγγες στο επιβαλλόμενο βάθος, χωρίς αποζημίωση, υπό τον όρο ότι δεν θα παραβλάπτεται η συνήθης εκμετάλλευση του υπερκείμενου ακινήτου.

    Άρθρο 19: Προστασία της ιδιοκτησίας, ειδικές περιπτώσεις, επίταξη

    1. Επιτρέπεται σύμφωνα με ειδικό νόμο η επίταξη για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης, ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία και για όσο χρόνο διαρκεί το γεγονός.
    2. Με ειδικό νόμο που ψηφίζεται από τη Γερουσία μπορεί να επιτρέπεται ο αναδασμός αγροτικών εκτάσεων για την επωφελέστερη εκμετάλλευση του εδάφους, καθώς και η λήψη μέτρων για την αποφυγή της υπέρμετρης κατάτμησης ή για διευκόλυνση της ανασυγκρότησης της κατατμημένης μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας.
    3. Mετά την ολοκλήρωση κατά περίπτωση των διαδικασιών εφαρμογής του Κτηματολογίου, για τα ακίνητα για τα οποία δεν εμφανίστηκε ιδιοκτήτης τα οποία περιέρχονται στο κράτος, μπορεί να μεταβιβαστεί η κυριότητά τους ή να διατεθεί η χρήση τους και σε αστέγους ή ακτήμονες.
    4. Με νόμο μπορεί να απαγορεύεται η εκποίηση με πλειστηριασμό της μοναδικής κατοικίας ή σε περίπτωση περισσοτέρων, αυτής που επιλέγεται από τον οφειλέτη ως μόνιμης κατοικίας, ανάλογα με τις γενικές ή ειδικές οικονομικές συνθήκες.
    5. Δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η αγροτική ιδιοκτησία των Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλικιδική, των Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, με εξαίρεση τα μετόχια. Επίσης, δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα των Πατριαρχείων Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, καθώς και της Ιερής Μονής του Σινά.

    Άρθρο 20: Απόρρητο επιστολών, ανταπόκρισης & επικοινωνίας

    1. Tο απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο γραπτό ή ηλεκτρονικό τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Οι δικαστικές αρχές μπορούν με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή τους να άρουν το απόρρητο και να λάβουν γνώση του περιεχομένου όταν πρόκειται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
    2. Με την επιφύλαξη της διαδικασίας άρσης του απορρήτου της προηγουμένης παραγράφου, απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 10.

    Άρθρο 21. Έννομη προστασία, δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης

    1. Kαθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, σύμφωνα με τους δικονομικούς νόμους.
    2. Η παροχή έννομης προστασίας θα πρέπει να ολοκληρώνεται αμετάκλητα μέσα σε προθεσμία τριών ετών από τότε που ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στη δικαιοσύνη, διαφορετικά το κράτος υποχρεούται να του αποκαταστήσει τη ζημιά του.
    3. Tο δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.

    Άρθρο 22. Κοινωνικό Κράτος
    1. Το Κράτος μεριμνά για την πραγματωση τυ κοινωνικού Κράτους και ιδίως για την κοινωνική ασφάλεια και την προστασία των ενδεών και των ευάλωτων ομάδων.
    2. Κάθε κάτοικος της Ελλάδας δικαιούται πλήρη ιατρική και φαρμακευτική κάλυψη δωρεάν εάν αρρωστήσει. Οι φόροι από ιδιωτικά ιδρύματα υγείας, κλινικές και εργαστήρια διατίθενται αποκλειστικά για την υγεία. Για λόγους υγείας του κοινού επιτρέπεται να φορολογούνται κάποια προϊόντα που η κατάχρησή τους κρίνεται ανθυγιεινή και οι φόροι να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για σκοπούς υγείας. Νόμος ορίζει την οικονομική κάλυψη για την πρωτογενή πρόληψη των νόσων σε υγιείς.
    Σχόλιο. Η διάθεση των φόρων από ιδιωτικά ιδρύματα υγείας αποκλειστικά για την υγεία αποσκοπεί στο να συμβάλει στην ίση αντιμετώπιση της υγείας ανεξάρτητα από την οικονομική ικανότητα των πολιτών
    3. Οι γενικοί όροι εργασίας καθορίζονται με νόμο. Συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας μεταξύ οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, οι οποίες συνάπτονται με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία, ύστερα από αίτημα οποιασδήποτε από τις δύο πλευρές.
    4. Οι οργανισμοί αυτοδιοίκησης μπορούν να ζητούν από τους δημότες την προσφορά προσωπικής εργασίας για την ικανοποίηση απρόβλεπτων αναγκών, όπως νόμος ορίζει.
    5. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.

    Άρθρο 23. Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες.

    1. H οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Kράτους.
    2. Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Kράτος.
    3. Tο Kράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.
    4. Το κράτος είναι επίσης υπεύθυνο για την ποιότητα των προϊόντων που κυκλοφορούν στην αγορά και έχουν σχέση με την τροφή, την υγεία και την σωματική ακεραιότητα των πολιτών.
    5. H απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Kράτους.
    6. O σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους.
    7. Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.

    Άρθρο 24. Προστασία της εργασίας

    1. H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών εργασίας όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
    2. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
    3. Mε νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
    4. Oποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Επιτρέπεται όμως η έκτιση ποινής με προσφορά εργασίας κατ’ επιλογήν του καταδικασθέντος, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο.
    5. Μπορεί να προβλεφθεί νομοθετικά επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Xώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.
    6. Tο Kράτος μεριμνά και είναι υπεύθυνο για τον ασφαλή τρόπο της ασφάλισης των εργαζομένων.

    Άρθρο 25. Συνδικαλιστική ελευθερία
    1. Tο Kράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους.
    2. Συστήνονται Πανελλήνιες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις (ΠΣΟ), όπως νόμος ορίζει. Τέτοιες μπορούν να είναι (παραδείγματα ούτε υποχρεωτικά ούτε αποκλειστικά) Αγροτοκτηνοτρόφων, Αλιέων/ιχθυοπαραγωγών, Δημοσίων Υπαλλήλων, Εμπόρων,Ενέργειας, Επικοινωνιών, Επιστημόνων, Εργατών, Ιερωμένων, Ναυτικών, Στρατιωτικών, Σωμάτων Ασφαλείας κλπ. Οι ΠΣΟ έχουν επαγγελματική βάση και δεν κάνουν διάκριση ανάλογα με φύλο οικονομική δυνατότητα, τόπο διαμονής, θρησκεία ή άλλο παράγοντα.
    3. Οι ΠΣΟ διαθέτουν πειθαρχικό συμβούλιο εκλεγόμενο που αποτελείται από μέλη τους που έχουν κληρωθεί.
    4. Στους σκοπούς των ΠΣΟ περιλαμβάνονται ιεραρχικά πρώτο να μεριμνούν για την ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών που υπηρετούνται από αυτές, δεύτερο, να μεριμνούν για τα συμφέροντα των μελών τους, επιδιώκοντας ένα ελάχιστα παραδεκτό όριο προνομίων και τρίτο το σεβασμό της ενδοσυνδικαλιστικής ιεραρχίας. Στα πλαίσια της υπεράσπισης των μελών τους οι ΠΣΟ επιβλέπουν ώστε να μη στερούνται την αμοιβή τους εργαζόμενοι που εργάζονται, αλλά και, διαμέσου των πειθαρχικών οργάνων τους, να μην αμείβονται «εργαζόμενοι» που δεν εργάζονται.
    5. Η έδρα κάθε ΠΣΟ επιλέγεται από τα μέλη της.
    6. Οι ΠΣΟ διοικούνται από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο και Συνδικαλιστικό Συμβούλιο. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόδρος εκλέγονται από όλα τα μέλη, ενώ το Συνδικαλιστικό συμβούλιο κληρώνεται μεταξύ όλων των μελών της αντίστοιχης ΠΣΟ με αριθμό κατά διαμέρισμα της χώρας που ορίζει νόμος.
    7. Η θητεία του Προέδρου και του Αντιπροέδρου είναι τετραετής. Επιτρέπεται μόνο δεύτερη θητεία.
    8. Η θητεία των μελών του Συνδικαλιστικού Συμβουλίου είναι τριετής με ενιαύσια ανανέωσή τους κατά το ένα τρίτο. Μεταβατικά, τα πρώτα μέλη που κληρώνονται έχουν κατά το ένα τρίτο μονοετή, κατά το ένα τρίτο διετή και κατά το ένα τρίτο τριετή θητεία.
    9. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος των ΠΣΟ υπόκεινται στο τέλος της θητείας τους σε ευθυνοδοσία, που περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων και έλεγχο των περιουσιακών τους στοιχείων κατά την έναρξη και το τέλος της θητείας τους.
    10. Τα μέλη του Συνδικαλιστικού Συμβουλίου των ΠΣΟ αμείβονται για τις συνεδριάσεις του και, τα μέλη που δεν διαμένουν στην έδρα της ΠΣΟ με έξοδα κίνησης και διαβίωσης για όσο διάστημα διαρκεί η συνδρίαση.
    Σχολιο. Οι πολίτες έχουν τη θεσμικά εξασφαλισμένη δυνατότητα να εκφράζουν τη βούλησή τους αφενός όλοι εξισου κληρωνόμενοι ως βουλευτές και αφετέρου ανάλογα με κάθετη και οριζόντια διαίρεσή της χώρας. Η κάθετη διαίρεση της χώρας αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση (Άρθρο 95). Οριζόντια έχει επαγγελματική βάση και αφορά το συνδικαλισμό. Η διαίρεση αυτή έχει σκοπό να αυξάνει την αυτονομία των ατόμων (τοπική αυτοδιοίκηση) ενισχύοντας παράλληλα την ενότητα όλων στην επικράτεια (συνδικαλισμός που είναι κοινός σε όλους ανεξάρτητα από τον τόπο που διαμένουν). Η γεωγραφική αυτοδιοίκηση είναι βασικά φυσική (γεωγραφική), ενώ η επαγγελματική είναι κοινωνική/συμπληρωματική. Από τη φύση τους, η γεωγραφική και επαγγελματική διαίρεση είναι αμοιβαία αποκλειστική, καθώς δεν μπορεί κάποιος να είναι ταυτόχρονα π.χ. νησιώτης και στεριανός ούτε να ασκεί ταυτόχρονα με επάρκεια δύο επαγγέλματα. Η διαίρεση κατά τάξεις (κόμματα), θρησκεύματα κλπ είναι ελεύθερη, προστατεύεται από το Κράτος, αλλά δεν είναι υποχρεωτική. Η αποκλειστικότητά τους (αναγκαστικά όταν ανήκει κάποιος σε μία θρησκεία ή σε ένα κόμμα, δεν μπορεί να ανήκει και σε άλλο) είναι ζήτημα επιλογής, όχι φυσικό. Καθεμιά διαίρεση έχει υποδιαιρέσεις.
    11. Κάθε ΠΣΟ μπορεί να έχει πολλαπλές Πανελλήνιες Επαγγελματικές Συνδικαλιστικές Οργανώσεις (ΠΕΣΟ), έτσι, που (παράδειγμα ούτε αναγκαστικό ούτε αποκλειστικό) οι ΠΣΟ των Επιστημόνων μπορεί να έχει ΠΕΣΟ υγειονομικών, δικηγόρων, μηχανικών, εκπαιδευτικών, συμβολαιογράφων κλπ. Οι ΠΕΣΟ διοικούνται από εκλεγμένους Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο και κληρωτούς επαγγελματίες που αποτελούν το επαγγελματικό διοικητικό τους συμβούλιο. Οι δραστηριότητές τους ελέγχονται από την αντίστοιχη ΠΣΟ. Ο τρόπος της λειτουργίας τους ορίζεται με εσωτερικό κανονισμό.
    12. Οι ΠΕΣΟ παρέχουν την άδεια για άσκηση του αντίστοιχου επαγγέλματος και διαθέτουν Δεοντολογικό Συμβούλιο που αξιολογεί τις δραστηριότητες των μελών τους και επιβάλλει αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, σύμφωνα με τον κανονισμό καθεμιάς, όπως νόμος ορίζει.
    13. H απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων. Το δικαίωμα εργασίας εργαζομένων στη διάρκεια μιας απεργίας καθορίζεται με νόμο.
    14. Ο Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και τα μέλη του Συνδικαλιστικού Συμβουλίου δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα στελέχη πολιτικού κόμματος και δεν μπορούν να καταλάβουν αιρετό ή κατόπιν διορισμού πολιτικό αξίωμα ή πολιτική θέση με κλήρωση ή εκλογή πριν παρέλθουν τέσσερα χρόνια από τη λήξη της συνδικαλιστικής θητείας τους.
    15. Aπαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και στο Υπουργείο Εξωτερικών. Tο δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει.
    Σχόλιο. Αν μια υπηρεσία ή επιχείρηση κρίνεται αναγκαία για την ύπαρξη και λειτουργία του Κράτους, οφείλει να είναι κρατική και να έχει τουλάχιστον ένα πυρήνα μόνιμων υπαλλήλων της, με πρότυπο τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπου υπηρετούν μόνιμοι και έφεδροι. Σε λιγότερο αναγκαίες υπηρεσίες, απαραίτητη είναι η υπηρεσία μόνιμων υπαλλήλων, ώστε να μην μπορεί να τους αλλάζει κάθε νέα κυβέρνηση. Το τίμημα οφείλει να είναι η απεμπόληση του δικαιώματος της απεργίας, ακριβώς επειδή είναι οι υπάλληλοι αναγκαίοι, αλλιώς δεν θα ήταν μόνιμοι. Σε αυτές τις λιγότερο αναγκαίες υπηρεσίες δεν αποκλείεται να απεργούν οι μη μονιμοι υπάλληλοι, αλλά με περιορισμούς, όπως ο νόμος ορίζει. Το ποιες είναι οι υπηρεσίες ή επιχειρήσεις που κρίνονται αναγκαίες για τη λειτουργία του Κράτους είναι φυσικά διαπραγματεύσιμο, με διαφορές μεταξύ των κομμάτων και αποφασίζει με νόμο ο λαός διαμέσου των αντιπροσώπων του.
    16. Στους Προέδρους, Αντιπροέδρους και τα μέλη των Συνδικαλιστικών Συμβολίων δεν επιτρέπεται να είναι ταυτόχρονα βουλευτές, Δήμαρχοι, Αντιδήμαρχοι ή μέλη Δημοτικών Συμβολιων
    Σχόλιο. Η αναγκαστική συμμετοχή όλων των εργαζομένων σε μία ΠΣΟ δεν αποκλείει την εκούσια συμμετοχή τους σε συλλόγους, συνεταιρισμούς κλπ με παραπλήσιους στόχους. Η διαφορά μεταξύ των αναγκαστικών ΠΣΟ και των εθελούσιων αντίστοιχων οργανώσεων είναι ότι οι πρώτες έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα είναι υποχρεωτικές μία για κάθε εργαζόμενο και επιδιώκουν ένα ελάχιστο από τα αιτήματα των μελών τους, ενώ οι δεύτερες δεν είναι υποχρεωτικές και επιδιώκουν το μέγιστο από τα αιτήματα των μελών τους, χωρίς να έχουν αναγκαστικές υποχρεώσεις έναντι των πολιτών.

    Άρθρο 26: Προστασία του περιβάλλοντος

    1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.
    2. Οι δασικές εκτάσεις ανήκουν κατά κυριότητα στους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, στα όρια των οποίων υπάγονται.

    Σχόλιο. Με τις κλιματικές αλλαγές που είναι επιστημονικά βέβαιο πως επέρχονται, η παρουσία δασών είναι απαραίτητη για να τις μετριάσει, τουλάχιστον στην έκταση γύρω τους, τόσο καθαίροντας τον αέρα από το διοξείδιο του άνθρακα, όσο και αμβλύνοντας τις θερμικές μεταβολές, τις πλημμύρες, τις κατολισθήσεις, ενώ ενισχύεται και η πανίδα.

    3. Οι αντίστοιχοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης είναι υπεύθυνοι για την προστασία των δασών από πυρκαϊές, καταπατήσεις και παράνομη υλοτομία.
    4. H χωροταξική αναδιάρθρωση της Xώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Kράτους, το οποίο υποχρεούται να εντάξει το σύνολο της χώρας σε ένα ενιαίο χωροταξικό οικιστικό σχέδιο, με σκοπό να προληφθεί η άναρχη δόμηση, η καταστροφή του περιβάλλοντος και η καταπάτηση δημόσιας περιουσίας.
    5. Oι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους.
    6. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων.
    7. Μπορεί να προβλεφθεί η συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής.
    8. Oι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Oι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης.
    9. Tα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Kράτος με πλήρη αποζημίωση των ιδιοκτητών σε περίπτωση περιορισμού ή απώλειας της αντίστοιχης ιδιοκτησίας.

  18. ΠΡΟ-ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΙΙΙ.
    ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
    Άρθρο 27. Διάκριση των εξουσιών

    1. H νομοθετική εξουσία ασκείται από το λαό μέσω δημοψηφισμάτων και από τη Bουλή μέσω των νόμων. Σε ειδικές περιπτώσεις ασκείται από τη Γερουσία, (Άρθρο 70), Ο Πρόεδρος του Κράτους επικυρώνει τους νόμους και εκδίδει τα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα και τους νόμους Προεδρικά Διατάγματα.
    2. H εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο του Κράτους και την Kυβέρνηση.
    3. H ανεξάρτητη από τις δύο άλλες εξουσίες δικαστική εξουσία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις, των οποίων εκτελούνται στο όνομα του Eλληνικού Λαού.

    Άρθρο 28: Μεταβολή στα όρια της Επικράτειας

    1. Καμία μείωση των ορίων της Επικράτειας δεν επιτρέπεται, εκτός των περιπτώσεων ειδικών συνθηκών και πάντα κατόπιν δημοψηφίσματος.
    2. Αύξηση των ορίων της Επικράτειας μπορεί να γίνει με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και από τη Γερουσία.
    3. Χωρίς νόμο, που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών και την απόλυτη πλειοψηφία της Γερουσίας, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ’ αυτήν ή να περάσει μέσα από αυτή.

    Σχόλιο. Την Άνοιξη του 1941 δεν υπήρχε κανένας ξένος ένοπλος πάνω στην Ελληνική Επικράτεια. Έκτοτε είχαμε Γερμανούς, Ιταλούς, Βουλγάρους, Άγγλους, Αμερικανούς, που εξακολουθούν να είναι παρόντες. Βέβαια η δικαιολογία είναι ότι τους ήθελαν οι Ελληνικές κυβερνήσεις. Το επιχείρημα είναι ακριβώς ίδιο με εκείνο με το οποίο δικαιολογούσαν οι Σοβιετικοί την παρουσία Σοβιετικού Στρατού σε κάποιες χώρες. Έχει λήξει άραγε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ελλάδα; Αν όχι, σωστά γιορτάζομε την αρχή και όχι τη λήξη του.

    Άρθρο 29: Κανόνες του διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί

    1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
    2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την κύρωση αυτής της συνθήκη ή συμφωνίας απαιτείται δημοψήφισμα.
    3. Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών και τη Γερουσία, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας.

    Άρθρο 30: Πολιτικά κόμματα

    1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα.
    2. Το κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει ως ισότιμα όλα τα κόμματα και να διασφαλίζει την συμμετοχή όλων στην πολιτική ζωή, έτσι ώστε οι πολίτες να πληροφορούνται συνεχώς για τις θέσεις τους. Οφείλει δε να εξασφαλίζει την ισηγορία μεταξύ όλων των κομμάτων στα δημόσια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
    3. Τα κόμματα οφείλουν να τηρούν το παρόν Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία τους οφείλει να ακολουθεί τις δημοκρατικές αρχές. Ιδίως, οφείλουν να λειτουργούν βάσει καταστατικού εγκεκρμένου από τα μέλη τους, το οποίο θα κατατεθεί στον Άρειο Πάγο, να επιλέγουν υποχρεωτικά απευθείας από τα μέλη τους, με ψηφοφορία ή κλήρωση, τους εκπροσώπους τους, τους υποψήφιους για αιρετά αξιώματα και να αποφασίζουν για το πρόγραμμα και τις θέσεις τους με ψηφοφορία μεταξύ των μελών τους.
    4. Τα μέλη των κομμάτων έχουν το δικαίωμα να προσφεύγουν στα αρμόδια δικαστήρια για την πιστή τήρηση του Συντάγματος, των νόμων και του καταστατικού τους, καθώς και κατά αποφάσεως διαγραφής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ειδικού νόμου για τα πολιτικά κόμματα.
    5. Τα κόμματα είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και οφείλουν να δίνουν λόγο δημόσια για την προέλευση των οικονομικών πόρων και της περιουσίας τους, το σύνολο δε των περιουσιακών τους στοιχείων τίθεται σε δημόσια θέα στο διαδίκτυο, καθώς επίσης οι χορηγίες που έγιναν προς αυτά, ονομαστικά και κατά ποσόν ή αξία και επιπλέον πλήρη κατάλογο των λειτουργικών και εκλογικών δαπανών τους.
    6. Ο επίσημος έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων διενεργείται από ειδικό τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η σύνθεση του οποίου προκύπτει κατόπιν κληρώσεως μεταξύ των μελών του δικαστηρίου αυτού.
    7. Ο έλεγχος της προηγούμενης παραγράφου είναι δημόσιος ώστε να μπορεί να περιέλθει σε γνώση των πολιτών και δεν υπόκειται σε κανενός είδους απόρρητο.
    8. Παράβαση των κανόνων διαφάνειας των οικονομικών των κομμάτων που ορίζονται ανωτέρω, επιφέρει τις κυρώσεις που προβλέπει ο ειδικός νόμος για τα πολιτικά κόμματα.
    9. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των συνδικαλιστικών οργώνων, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο.

    ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
    Άρθρο 31. Πρόεδρος της Κυβέρνησης

    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ταυτόχρονα ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης και ο επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας. Εκλέγεται απευθείας από το λαό, όπως ορίζει το άρθρο 32.
    2. Ομού μετά του Προέδρου εκλέγεται και Αντιπρόεδρος, οι αρμοδιότητες του οποίου ορίζονται στο άρθρο 35 του παρόντος.
    3. Τα αξιώματα του Προέδρου και του Αντιπροέδρου είναι ασυμβίβαστα με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.

    Άρθρο 32: Προσόντα εκλογιμότητας

    Πρόεδρος της Δημοκρατίας καθώς και Αντιπρόεδρος μπορούν να εκλέγονται μόνον όσοι έχουν από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή, διαθέτουν μόνο ελληνική υπηκοότητα, έχουν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους και έχουν τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.

    Σχόλιο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν είχε γεννηθεί Έλληνας πολίτης, είχε όμως ελληνική καταγωγή από τους γονείς του και διέθετε την ελληνική υπηκοότητα όταν έγινε πρωθυπουργός.

    Άρθρο 33: Εκλογή

    1. Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται εκείνος εκ των συνυποψηφίων που έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία των πολιτών σε γενικές εκλογές.
    2. Σε περίπτωση που κανείς υποψήφιος δεν συγκέντρωσε τον απόλυτο αριθμό των ψήφων, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μετά από μία εβδομάδα μεταξύ των πρώτων δυο που σχετικώς πλειοψήφησαν έναντι των υπολοίπων.
    3. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας διενεργείται δύο μήνες πριν τη λήξη της θητείας του απερχόμενου Προέδρου.
    4. Η προεδρική περίοδος αρχίζει από την υπεύθυνη δηλωση του Προέδρου και διαρκεί τέσσερα έτη.
    5. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται σε κάθε περίπτωση για πλήρη θητεία που είναι τετραετής.
    6. Επανεκλογή του ίδιου προσώπου επιτρέπεται μία φορά μόνο.
    7. Σε περίπτωση πολέμου, η προεδρική θητεία παρατείνεται έως τη λήξη του.
    8. Υποψήφιοι Πρόεδροι είναι όσοι προτείνονται από δέκα (10) βουλευτές ή από είκοσι χιλιάδες (20 000) πολίτες.

    Άρθρο 34: Έναρξη θητείας, υπεύθυνη δηλωση, χορηγία

    1. Ο εκλεγείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου.
    2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του, δίνει ενώπιον της Βουλής την ακόλουθη υπεύθυνη δήλωση:

    «Δηλώνω υπεύθυνα, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα φυλάσσω το Σύνταγμα και του νόμους, θα μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, θα υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, θα προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και θα υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού».

    3. Ειδικός νόμος ορίζει την αμοιβή που καταβάλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Αντιπρόεδρο, καθώς και τη λειτουργία των υπηρεσιών που οργανώνονται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

    Άρθρο 35: Αναπλήρωση

    1. Σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, καθώς επίσης και σε περίπτωση που ο Πρόεδρος παραιτηθεί, πεθάνει ή κηρυχθεί έκπτωτος κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, τη θέση του αναλαμβάνει ο Αντιπρόεδρος.
    2. Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν απουσιάζει στο εξωτερικό περισσότερο από δέκα ημέρες, αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος.
    3. Σε περίπτωση αδυναμίας και του Αντιπροέδρου να ασκήσει τα καθήκοντά του για τους ίδιους ανωτέρω λόγους, καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι τη λήξη της θητείας του αδυνατούντος Προέδρου, αναλαμβάνει ο Πρόεδρος της Βουλής.
    4. Στην τελευταία περίπτωση ο Πρόεδρος της Βουλής παύει αυτόματα να κατέχει το αξίωμα αυτό, καθώς και την ιδιότητα του βουλευτή, τη θέση του οποίου καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών βουλευτής της περιφέρειάς του.

    Άρθρο 36. Διεθνής παραστάτης, διεθνείς συνθήκες

    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και τις φέρνει στη Βουλή ή στη Γερουσία (ανάλογα με την περίπτωση) προς έγκριση με νόμο εντός μηνός από την ενέργεια ή την υπογραφή τους.
    2. Η κύρωση διεθνών συνθηκών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης.

    Άρθρο 37. Διορισμός Κυβέρνησης

    Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει και παύει τα μέλη της κυβέρνησης και συντονίζει και κατευθύνει τις ενέργειές της στα πλαίσια του παρόντος Συντάγματος και των νόμων.

    Άρθρο 38. Σύγκληση της Βουλής, Αναστολή εργασιών

    Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται να συγκαλεί τη Βουλή εκτάκτως όταν συντρέχουν κατά την κρίση του ειδικές, εξαιρετικές ή επείγουσες περιστάσεις.

    Άρθρο 39. Έκδοση και δημοσίευση των νόμων

    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή ή τη Γερουσία μέσα σε ένα μήνα από την ψήφισή τους. Μέσα σε αυτή την προθεσμία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτήν, εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής.
    2. Πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο που έχει αναπεμφθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Βουλή εισάγεται στην Ολομέλειά της και, αν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είτε το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του, είτε, το μεταφέρει στη Γερουσία και με την εισήγησή της μπορεί να προσφύγει στο λαό προκηρύσσοντας δημοψήφισμα για την έγκριση ή την απόρριψή του.

    Άρθρο 40. Έκδοση διαταγμάτων

    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους.
    2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου ψηφισμένου από την ολομέλεια της Βουλής και μέσα στα όριά της.

    Άρθρο 41. Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, δημοψηφίσματα, διαγγέλματα

    1. Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής.
    2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα κατά την άποψή του θέματα. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κατά την κρίση του ζήτημα, μετά από εισήγηση της Γερουσίας.
    3. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται υποχρεωτικά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν το ζητήσουν ενυπογράφως διακόσιες χιλιάδες (200 000) πολίτες για την περίπτωση αναθεώρησης του Συντάγματος και εκατό χιλιάδες (100 000) πολίτες για την περίπτωση θέσπισης ή τροποποίησης ή κατάργησης νόμου.
    4. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε εξαιρετικές περιστάσεις, που εκείνος κρίνει, μπορεί να απευθύνει προς το Λαό διαγγέλματα.
    5. Υποχρεωτικά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε Ιανουαρίου θα πρέπει να δίνει λόγο στο λαό με διάγγελμα για τα πεπραγμένα της προηγούμενου έτους, καθώς και να προαναγγέλλει τα βασικά θέματα που αφορούν το πρόγραμμα του επόμενου έτους.

    Άρθρο 42. Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων

    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας και ασκεί τη διοίκησή τους. Απονέμει επίσης τους βαθμούς σε όσους υπηρετούν σ’ αυτές, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις απονομής.
    2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απονέμει τα προβλεπόμενα παράσημα.

    Άρθρο 43. Χάρη και αμνηστία

    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη δικαστηρίου με σύνθεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 82/3 να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί.
    2. Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
    3. Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο.

    Άρθρο 44. Κατάσταση πολιορικίας
    1. Σε περιπτωση ένοπλης σύρραξης ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί άμεσα τη ζωή του έθνους ή την ελεύθερη άσκηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Βουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, μπορεί να αναστείλει σε ολόκληρη την Επικράτεια ή σε τμήμα της, την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεωντων άρθρων 4/4, 6, 8, 9, 12, 14, 20, 86/3. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Βουλής. Με την απόφαση της Βουλής ορίζεται η διάρκεια ισχύος των επιβαλλόμενων μέτρων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις δεκαπέντε μέρες.
    2. Σε περίπτωση απουσίας της Βουλής ή αν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία να συγκληθεί εγκαίρως, τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το διάταγμα υποβάλλεται από την Κυβέρνηση στη Βουλή για έγκριση μόλις καταστεί δυνατή η σύγκλησή της και, πάντως, μέσα σε δεκαπέντε μέρες το αργότερο.
    3. Η διάρκεια των κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρων μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαπενθήμερο μόνο με προηγούμενη απόφαση της Βουλής.
    4. Τα κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρα αίρονται αυτοδικαίως με τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν παρατείνονται με απόφαση της Βουλής και σε κάθε περίπτωση με τη λήξη του πολέμου, εφόσον είχαν επιβληθεί εξαιτίας πολέμου.
    5. Αφότου αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα των προηγούμενων παραγράφων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, για να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες ή για να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματκών θεσμών. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται για κύρωση στη Βουλή μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη σύγκλησή της σε σύνοδο και παύουν να ισχύουν στο εξής, αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις παραπάνω προθεσμίες ή δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε δεκαπέντε μέρες αφότου υποβλήθηκαν.
    6. Οι κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου αποφάσεις της Βουλής λαμβάνονται με την πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών και οι κατά την παράγραφο 3 αποφάσεις με την πλειοψηφία των τριων πέμπτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών. Η Βουλή αποφασίζει σε μία μόνο συνεδρίαση.
    7. Σε όλη τη διάρκεια της εφαρμογής των μέτρων κατάστασης ανάγκης, τα οποία λαμβάνονται κατά το άρθρο αυτό, ισχύουν αυτοδικαίως οι διατάξεις των άρθρων 56 και 57 του Συντάγματος.

    Άρθρο 45: Τεκμήριο Αρμοδιότητας
    Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ’ αυτό.

    Άρθρο 46 Ευθύνες Προέδρου
    1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται οπωσδήποτε για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, παρά μόνο για εσχάτη προδοσία ή παραβίαση με πρόθεση του Συντάγματος. Για πράξεις που δεν σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων του η δίωξη αναστέλλεται ωσότου λήξει η προεδρική θητεία.
    2. Με τη λήξη της θητείας του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευθυνοδοτεί ενώπιον της Βουλής. Η ευθυνοδοσία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων πριν και μετά τη θητεία του.
    3. Η πρόταση για κατηγορία και παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας σε δίκη υποβάλλεται στη Βουλή υπογραμμένη από το ένα τρίτο τουλάχιστον των μελών της και γίνεται αποδεκτή με απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών της.
    4. Αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραπέμπεται σε Ανώτατο Δικαστήριο με σύνθεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 82/3. Αφότου παραπεμφθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του και αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο. Αναλαμβάνει πάλι τα καθήκοντά του αφότου το δικαστήριο εκδώσει απαλλακτική απόφαση, εφόσον δεν έχει εξαντληθεί η θητεία του.
    5. Νόμος που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής ρυθμίζει τα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

  19. ΒΟΥΛH
    Άρθρο 47. Βουλευτές
    1. Ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται με νόμο, δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος από τρακόσους ούτε μεγαλύτερος από πεντακόσους. Μεταβατικά στην πρώτη εφαρμογή αυτού του Συντάγματος, ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται σε 450.
    Σχόλιο. Στατιστικά, με πιθανότητες 50%, ένα ποσοστό 50% σε δείγμα 300 ατόμων αντιστοιχεί σε 44,2% έως 55,8% στο σύνολο· αν το δείγμα είναι 500 άτομα, η διακύμανση στο σύνολο περιορίζεται στα 45,5% έως 54,5%. Αυτό το ενδεχόμενο εγείρει τη σκέψη μήπως, αν υπάρχει ένσταση από τη συμπολίτευση ή αντιπολίτευση για το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας στη Βουλή που κυμαίνεται μέσα σ΄ αυτά τα όρια (45%-55%) να έχει το δικαίωμα ο Πρόεδρος να ζητήσει τη γνώμη της Γερουσίας και, αν η Γερουσία διαφωνεί με την απόφαση της Βουλής, να αναπέμψει το θέμα σε δημοψήφισμα ή να επαναδιατυπώσει το σχέδιο νόμου.
    2. Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος.
    3. Οι βουλευτές κληρώνονται μεταξύ των πολιτών που έχουν πολιτικά δικαιώματα, όπως νόμος ορίζει. Μετά την κλήρωση, Ανώτατο Δικαστήριο με σύνθεση όπως ορίζει το άρθρο 82/3, εξαιρεί άτομα για λόγους ποινικούς, (όχι λευκό ποινικό μητρώο), αστικούς (ανικανότητα δικαιοπραξίας) ή ψυχιατρικούς (άνοια, παράνοια, σχιζοφρένεια).
    Σχόλιο, Ο σχηματισμός της Βουλής με κλήρωση εξασφαλίζει ότι η σύνθεσή της είναι στατιστικά ίδια με του συνολικού πληθυσμού και εκφράζει έτσι τη βούληση του λαού. Η αντιπροσωπευτική σύνθεση της Βουλής με εκλογή δεν εξασφαλίζει τη νόμιμη έκφραση του λαού, διότι οι υποψήφιοι βουλευτές είναι προεπιλεγμένοι από κόμματα και η σύνθεση της Βουλής δεν είναι ίδια με του λαού. Σ΄ αυτή την περίπτωση δεν εκπλήσσει το ότι η βούλησή του εκφράζεται με άλλους τρόπους, όπως ο αποκλεισμός δρόμων από αγρότες ή απεργίες στα λιμάνια από αντίστοιχους εργαζόμενους κλπ, Η εκλογή επιτρέπει να επιλεγούν οι «άριστοι», αλλά όχι να αποκλεισθούν οι «χείριστοι»,καθώς η ψήφος του λαού είναι αμετάκλητη. Αντίθετα,η κλήρωση δεν εξασφαλίζει την επιλογή των αρίστων, αλλά αποκλείει την επιλογή των χειρίστων, με κρίση μετά τη κλήρωση, που επιτρέπεται, αφού αυτή δεν είναι αμετάκλητη απόφαση του λαού. Για τις υπεύθυνες θέσεις μπορεί να απαιτούνται άτομα με υψηλή εκπαιδευτική εξειδίκευση, επομένως με εκλογή. Ενώ όμως υπάρχουν πτυχία διοίκησης, δεν υπάρχει πτυχίο εξουσίας. Ο εξειδικευμένος γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός κλπ εξώ από την εξειδίκευσή του ο καθένας έχει άποψη το ίδιο ισχυρή όσο και ο ανεκπαίδευτος ψαράς, οικοδόμος, γεωργός κλπ. Εξάλλου, ενώ η γνώση ενός ειδήμονα μπορεί να είναι η ορθή, έστω και αν το σύνολο του λαού νομίζει τα αντίθετα (π.χ. Γαλιλαίος για το ότι η γη κινείται), η Βουλή οφείλει να εκφράζει τη βούληση, όχι τη γνώση του λαού. Τη γνώση οφείλουν να την έχουν τα μέλη της κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι η βούληση έχει διττή προέλευση. Είτε διεγείρεται από γνώση (π.χ. θέλει κάποιος να φάει επειδή είδε ένα νόστιμο μεζέ) είτε αυτόματα, περιοδικά σαν ταλάντωση, απλά επειδή παρήλθε ο χρόνος (π.χ. θέλει κάποιος να φάει επειδή πέρασε η ώρα και πείνασε). Καθώς και η Βουλή πρέπει να διοικείται σύμφωνα με νόμους, η διοίκησή της εξασφαλιζεται με εκλογή Προέδρου και Αντιπροέδρου μεταξύ κληρωμένων βουλευτών με επαρκή εκπαίδευση. Ο Γραμματέας της Βουλής όμως διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με κριτήριο ότι είναι γνώστης των διαδικασιών και του εσωτερικού κανονισμού της Βουλής, χωρίς φυσικά να ψηφίζει. Ο Αριστοτέλης δίνει τον σαφή ορισμό για τη δημοκρατία: «ΛΕΓΩ Δ’ ΟΙΟΝ ΔΟΚΕΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΝ ΜΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΛΗΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΣ ΑΡΧΑΣ, ΤΟ Δ’ ΑΙΡΕΤΑΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΝ». Το πολίτευμα με εκλογή επομένως δεν είναι δημοκρατία, αλλά ολιγαρχία αντιστοιχώντας περισσότερο στη Ρωμαϊκή Res Publica, παρά στην Αρχαιοελληνική παράδοση. Το ονομάσαμε Δημοκρατία προκαλώντας σύγχυση, που δεν υπάρχει στις ευρωπαϊκού τύπου ρεπούμπλικες (π.χ. République française, Σοβιετική Республик, Bundesrepublik Deutschland κλπ). Αν τελικά επιλεγεί η εκλογή αντί της κλήρωσης, το πρώτο άρθρο πρέπει να διατυπωθεί ως εξής: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι ρεπούμπλικα». Με τη σύγχυση που δημιουργήσαμε, η αποτυχία του συστήματος θα αποδοθεί στο πολίτευμα της δημοκρατίας (με ανοικτή την εναλλακτική λύση π.χ. της δικτατορίας ή της βασιλείας κλπ) και όχι σε αποτυχία της ολιγαρχίας (res publica) όπως θα είναι πραγματικά. Η κλήρωση ελαχιστοποιεί την πιθανότητα πελατειακής σχέσης μεταξύ βουλευτών και πολιτών, που είναι αναγκαίο επακόλουθο της ρεπούμπλικας σε όλο τον κόσμο και όχι μόνο σε μας. Η κλήρωση αποκλείει την αποχή, με αυτόματη ποινή: Ο πολίτης που κληρώνεται, αλλά, χωρίς επαρκή λόγο, δεν δέχεται να αναλάβει την αντίστοιχη ευθύνη, παύει να είναι πολίτης. Η κλήρωση, αντίθετα από την εκλογή, είναι ανέξοδη. Αυτό επιτρέπει συχνή ανανέωση της βουλής (π.χ. του ενός τρίτου των βουλευτών ανά έτος) που αναμένεται να δρα αποτρεπτικά στις ανεξέλεγκτες πολιτικές κρίσεις. Η κλήρωση εγκαθιστά αυτόματα την ισοπολιτεία. Η βουλή δεν αποτελείται από νομικούς, γιατρούς, μηχανικούς, ούτε από άνδρες στη συντριπτική πλειοψηφία της, αλλά έχει δημογραφική σύνθεση στατιστικά όμοια με των πολιτών. Επομένως εκφράζει πιο γνήσια από κάθε άλλο τρόπο τη βούληση των πολιτών. Η βουλή με εκλογή εκφράζει, ακόμη και με την απλή αναλογική, τη βούληση των κομμάτων, ενώ με κλήρωση εκφράζει τη βούληση των πολιτών. Ο βουλευτής που δεν ψηφίζει όπως του υπαγορεύει το κόμμα του κινδυνεύει να βρεθεί εκτός κόμματος και κανένας νόμος δεν μπορεί να αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα από το κόμμα, με αποτέλεσμα να μην ξαναείναι αυτός υποψήφιος. Μια βουλή με κληρωμένους βουλευτές ενδέχεται να είναι επιρρεπής σε δημαγωγικούς λαϊκισμούς. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους εκλεγμένους βουλευτές που, επιπλέον, είναι προκατειλημμένοι από τις εντολές των κομμάτων τους, ενώ οι κληρωμένοι ψηφίζουν κατά συνείδηση. Το επιχείρημα ότι μέσα στους κληρωμένους βουλευτές θα υπάρχουν οπωσδήποτε και ανεπαρκώς μορφωμένα άτομα (προφανώς στην ίδια αναλογία όπως στην κοινωνία) και αυτό θα αποβαίνει σε βάρος των αποφάσεών της δεν φαίνεται να είναι εμπειρικά πειστικό. Η θέση των πολλών ανωνύμων είναι συχνά ορθότερη από τον ολίγων «εκλεκτών», όπως διαπιστώνει ο μέγιστος από τους ιστορικούς της νεότερης Ελλάδας, Κ. Παπαρηγόπουλος: «…τὸ ἂδηλον εἶναι πολλάκις μυστηριῶδὲς τι προαίσθημα τῶν πολλῶν μᾶλλον ἢ ἐπιστημονική διάγνωσις τῶν ολίγων. Ὃθεν ὃλως ἂπορον δὲν εἶναι ὃτι τὸ πάλαι ὁ λαὸς ἀνεδείχθη σοφώτερος τῶν διδασκάλων αὐτοῦ». Η ετήσια ανανέωση με κλήρωση των βουλευτών, των Δημοτικών Συμβουλίων, των Συνδικαλιστικών Συμβουλίων και των Ενόρκων αυξάνει σε σημαντικό βαθμό τις πιθανότητες συμμετοχής κάθε πολίτη στη διάρκεια της ζωής του στις ευθύνες της πολιτείας όχι μόνο ως αρχόμενος, αλλά και ως άρχων, σύμφωνα με τον ορισμό του Αριστοτέλη για την ελευθερία: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΣΤΙ…ΕΝ ΜΕΝ ΤΟ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΑΡΧΕΙΝ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣΘΑΙ… ΕΝ ΔΕ ΤΟ ΖΗΝ ΩΣ ΒΟΥΛΕΤΑΙ ΤΙΣ»
    4. Οι βουλευτικές κληρώσεις διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Επικράτεια. Νόμος που ψηφίζεται με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της Γερουσίας μπορεί να ορίζει τα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος κλήρωσης για εκλογή Βουλής από τους Έλληνες πολίτες που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια, εφόσον η μόνιμη κατοικία τους είναι η Ελλάδα.
    5. Η συμμετοχή στην κλήρωση για σχηματισμό Βουλής είναι υποχρεωτική. Άτομα που αρνούνται χωρίς αποχρώντα λόγο τη συμμετοχή τους χάνουν τα πολιτικά τους δικαιώματα, όπως νόμος ορίζει.
    Σχόλιο. Με το άρθρο αυτό δεν είναι δυνατή η αποχή

    6. Ο βουλευτής δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα μέλος της Κυβέρνησης, Δήμαρχος, Αντιδήμαρχος, μέλος Δημοτικού Συμβουλίου, Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος Συνδικαλιστικού Οργανισμού, μέλος Συνδικαλιστικού Συμβουλίου ή Ένορκος.

    Άρθρο 48. Εγγυηση εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης
    Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την έγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών αυτής.

    Άρθρο 49. Κλήρωση βουλευτών
    1. Οι βουλευτές κληρώνονται για τρία συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα που δίνουν τη δέουσα υπεύθυνη δήλωση.
    Σχόλιο. Αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός πληθυσμού είναι μόνον εκείνο που έχει επιλεγεί με μαθηματική τυχαιότητα. Μια τέτοια Βουλή εκφράζει με τον πιο αξιόπιστο τρόπο τη βούληση όλου του λαού, εναξάρτητα από φύλο, ηλικία, επάγγελμα, περιουσία, θρήσκευμα, πολιτικές πεποιθήσεις κλπ. Αντίθετα, μια βουλή που αποτελείται κυρίως από άνδρες,νομικούς, γιατρούς μηχανικούς, οικονομολόγους και αναγνωρίσιμα άτομα (π.χ. καλλιτέχνες, αθλητές κλπ), δεν εκφράζει τη βούληση του λαού, ο οποίος αναγκαστικά θα εκφρασθεί με ανεξέλεγκτο τρόπο στους δρόμους. Μια κληρωμένη Βουλή ανανεώνεται ανέξοδα. Η συχνή ανανέωση της Βουλής δρα αποτρεπτικά στις ανεξέλεγκτες πολιτικές κρίσεις. Εξάλλου, οι «άριστοι», ειδήμονες στις αρμοδιότητές τους απαιτούνται στην κυβέρνηση και όχι στη Βουλή. Η εκτελεστική εξουσία οφείλει να είναι τελείως ανεξάρτητη από τη νομοθετική, εφόσον στους ρόλους της νομοθετικής ανήκει και το να κρίνει τις αποφάσεις και την υλοποίηση των αποφάσεων της κυβέρνησης. Έργο της Βουλής είναι να εκφράζει όσο γίνεται πιο αξιόπιστα τη βούληση του λαού και την ικανοποίησή της ή όχι για τον τρόπο που η Κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στη βούληση του λαού, συνυπολογίζοντας το κόστος.
    2. Με κλήρο επιλέγονται ισάριθμοι επιλαχόντες βουλευτές. Από αυτούς, κατά εκλογική περιφέρεια, με τη σειρά αντικαθίσταται όποιος βουλευτής έχει κώλυμα να αναλάβει ή να συνεχίσει τη βουλευτική του ιδιότητα. Οι επιλαχόντες βουλευτές έχουν το δικαίωμα να παρακολουθούν τις εργασίες της Βουλής και να λαμβάνουν το λόγο, αλλά δεν έχουν ψήφο. Δεν έχουν τα προνόμια που νόμος ορίζει για τους βουλευτές. Βουλευτική έδρα που κενώθηκε στη διάρκεια μιας περιόδου συμπληρώνται από τον αντίστοιχο επιλαχόντα βουλευτή της ίδιας περιφέρειας.
    3. Μεταβατική διάταξη. Στην πρώτη κλήρωση μετά την ψήφιση του παρόντος Συντάγματος, το ένα τρίτο των βουλευτών κληρώνονται για θητεία ενός έτους, ένα τρίτο για θητεία δύο ετών και για το τρίτο για θητεία τριών ετών.

    Άρθρο 50. Εκλογικές περιφέρειες
    1. Οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από την μεθεπόμενη κλήρωση, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από την επόμενη κλήρωση με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της Γερουσίας.
    2. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας. Ο νόμιμος πληθυσμός προκύπτει από τους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια, όπως νόμος ορίζει. Τα δημοτολόγια περιλαμβάνουν τους μόνιμους κατοίκους, όπως προκύπτουν από την τελευταία απογραφή και από τυχόν μεταβολή της μόνιμης κατοικίας. Η μόνιμη κατοικία ορίζεται με νόμο. Τα αποτελέσματα της απογραφής θεωρείται ότι έχουν δημοσιευθεί με βάση τα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας μετά την πάροδο ενός έτους από την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της.
    Σχολιο. Η κατανομή των βουλευτών στηρίζεται στη μόνιμη κατοικία των πολιτών μάλλον παρά στον τόπο όπου τυχόν έχουν επιχειρήσεις τους, καθώς επιχειρήσεις μπορεί να υπάρχουν σε πολλά μέρη της Ελλάδας ή και στο εξωτερικό. Η μόνιμη κατοικία βεβαιώνεται από το δήμο που στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία όπως νόμος ορίζει, Η επιλογή της νόμιμης κατοικίας μάλλον παρά του τόπου εργασίας ή επιχείρησης έχει την έννοια ότι ο τόπος που διάγει το μεγαλύτερο μέρος της προσωπικής ζωής του κάθε πολίτης έχει μεγαλύτερη αξία από τον τόπο όπου εργάζεται ή έχει τις επιχειρήσεις του, καθόσον η οικονομική όψη του βίου δεν αποκλείεται να έχει απαιτήσεις που αντιστρατεύονται τα συμφέροντα του απλού όλίτη, όπως είναι ο σεβασμός του περιβάλλοντος κλπ.

    Άρθρο 51. Προϋποθέσεις για το αξίωμα του βουλευτή
    1. Για να κληρωθεί κάποιος βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να ψηφίζει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του την ημέρα της κλήρωσης.
    2. Βουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το δικαίωμα της κλήρωσης για τη Βουλή, όπως και της κλήρωσης για Δημοτικός Σύμβουλος, Συνδικαλιστικός Σύμβουλος και Ένορκος.

    Άρθρο 52. Περιορισμοί για το αξίωμα του βουλευτή
    1. Οι έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, άλλoι υπάλληλοι του δημοσίου, υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, υπάλληλοι τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μέλη των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των ΠΣΟ, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κρατικων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου η δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητκή πράξη ή ως μέτοχος ή επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεν μπορούν να ανακηρυχθούν βουλευτές και οφείλουν να παραιτηθούν μετά την κλήρωσή τους πριν από την ανακήρυξή τους ως βουλευτών. Η παραίτηση συντελείται με μόνη τη γραπτή υποβολή της.
    2. Από τους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Νόμος ορίζει τον τρόπο της αναπλήρωσής τους· κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου αναστέλλεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων των σχετικών με την ιδιότητα του καθηγητή που εκλέχθηκε.
    3. Πολιτικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί γενικά, που έχουν κατά το νόμο αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο, δεν μπορούν να κληρωθούν βουλευτές όσο χρόνο διαρκεί η υποχρέωσή τους.
    4. Μετά το πέρας της θητείας τους ως βουλευτών, επανέρχονται στις υπηρεσίες τους, εφόσον δεν έχουν προκύψει λόγοι για τη μη επάνοδό τους.

    Άρθρο 53. Ασυμβίβαστα έργα για το βουλευτή
    1. Νόμος ορίζει τις ιδιότητες και τα έργα που είναι ασυμβιβαστα με τα καθήκοντα του βουλευτή.
    2. Ο νόμος της προηγούμενης παραγράφου και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή του ισχύουν για τους βουλευτές της μεθεπόμενης ετήσιας περιόδου από εκείνη κατά την οποία ψηφίσθηκε.

    Άρθρο 54. Υπεύθυνη δήλωση βουλευτή
    Οι βουλευτές, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους δίνουν στο Βουλευτήριο και σε δημόσια συνεδρίαση την ακόλουθη υπεύθυνη δήλωση: «Δηλώνω υπεύθυνα, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, να είμαι πιστός στην πατρίδα και στο δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου».

    Άρθρο 55. Ψήφος βουλευτών
    1. Οι βουλευτές έχουν απεριόριστα το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση.
    2. Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή. Εφόσον τελείται για αιτίες που νόμος ορίζει, ισχύει η παραίτηση μόλις ο βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον πρόεδρο της βουλής και δεν ανακαλείται. Αντίστοιχος επιλαχών στην κλήρωση βουλευτής από την ίδια περιφέρεια τον αντικαθιστά ως τη λήξη της θητείας του. Αν η παραίτηση γίνεται χωρίς να εντάσσεται στις αιτίες που ορίζει ο νόμος, ο παραιτούμενος χάνει ισόβια τα πολιτικά του δικαιώματα.

    Άρθρο 56. Ευθύνες βουλευτών
    1. Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
    2. Ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ΄ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.
    3. Για άλλες ποινικές ή αστικές υποθέσεις, ο βουλευτής αντιμετωπίζεται όπως κάθε άλλος πολίτης που δεν είναι βουλευτής.

    Άρθρο 57. Βουλευτική ασυλία
    1. Βουλευτική ασυλία παρέχεται από τη Βουλή μόνο μετά από αίτηση του βουλευτή που διώκεται και μόνο για πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται άμεσα με την πολιτική δράση του. Η ως άνω αίτηση εισάγεται για συζήτηση στην αρμόδια διαρκή επιτροπή και η επ΄ αυτής απόφαση λαμβάνεται εντός τριάντα ημερών από την υποβολή της αίτησης στον Πρόεδρο της Βουλής. Ο Βουλευτής μπορεί να ζητήσει η συζήτηση να διεξαχθεί στην ολομέλεια, η οποία αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Σε περίπτωση απουσίας της Βουλής, η ως άνω προθεσμία αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωσή της, οπότε αναστέλλεται ισόχρονα ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος. Η ασυλία θεωρείται ότι δεν χορηγήθηκε, εάν η Βουλή δεν αποφανθεί εντός της ως άνω προθεσμίας.
    2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση υποθέσεων κατά βουλευτών είναι το Εφετείο.

    Άρθρο 58.
    1. Η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της, εκτός αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τη συγκαλέσει νωρίτερα σύμφωνα με το άρθρο 38.
    2. Η διαρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από πέντε μήνες.

    Άρθρο 59. Κανονισμός Βουλής
    1. Η Βουλή ορίζει τον τρόπο της ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας της με Κανονισμό, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Ο Κανονισμός καθορίζει και την οργάνωση των υπηρεσιών της Βουλής υπό την εποπτεία του Προέδρου.
    2. Η Βουλή εκλέγει από τα μέλη της τον Πρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Προεδρίου σύμφωνα με τους ορισμούς του Κανονισμού. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι εκλέγονται στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου.
    3. Απαραίτητα προσόντα για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος είναι να έχει πτυχίο ΑΕΙ. Αν δεν υπάρχει κανένας με πτυχίο ΑΕΙ, εκλέγεται Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος με απολυτήριο του Λυκείου.
    4. Ο Πρόεδρος της Βουλής διευθύνει τις εργασίες του Σώματος, μεριμνά για την τήρηση της τάξης και των γραπτών και άγραφων κανόνων της κοινοβουλευτικής δεοντολογίας. Προς τούτο, λαμβάνονται πειθαρχικά μέτρα εναντίον βουλευτών που εκτρέπονται, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
    5. Η Βουλή μπορεί, ύστερα από πρόταση πενήντα βουλευτών, να εκφράσει μομφή κατά του Προέδρου της Βουλής ή μέλους του Προεδρίου, η οποία, αν ψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής, συνεπάγεται τη λήξη της θητείας του.
    6. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορίζει Γενικό Γραμματέα της Βουλής μεταξύ υποψηφίων με τεκμηριωμένη γνώση και εμπειρία πάνω σε θέματα δικαίου. Η διάρκεια της θητείας του Γενικού Γραμματέα είναι 4 έτη. Η Βουλή, ύστερα από πρόταση 75 βουλευτών, μπορεί να εκφράσει με απλή πλειοψηφία μομφή κατά του Γενικού Γραμματέα, η οποία, αν ψηφισθεί, συνεπάγεται τη λήξη της θητείας του. Ο Γενικός Γραμματέας καθορίζει με τον Πρόεδρο της Βουλής την ημερήσια διάταξη. Ο Γενικός Γραμματέας φυλάσσει τη σφραγίδα της Βουλής.

    Σχόλιο. Για την προεδρία και αντιπροεδρία της Βουλής απαραίτητα προσόντα είναι η ύπαρξη κοινού νου και κάποιας ανώτερης εκπαίδευσης και η εμπιστοσύνη που έχουν οι βουλευτές, ιδιότητες για τις οποίες αρμόδιοι να κρίνουν είναι οι ίδιοι βουλευτές. Για τη διαδικασία όμως απαραίτητη είναι η γνώση και εμπειρία σε θέματα δικαίου και διοίκησης, χρειάζεται επομένως ένας Γραμματέας, χωρίς ψήφο για την τήρηση του Κανονισμού της Βουλής.
    7. Με τον Κανονισμό μπορεί να συσταθεί στη Βουλή επιστημονική υπηρεσία για την υποβοήθηση του νομοθετικού της έργου.
    8. Ο Κανονισμός καθορίζει την οργάνωση των υπηρεσιών της Βουλής υπό την εποπτεία του Προέδρου της, καθώς και όλα όσα αφορούν το προσωπικό της. Οι πράξεις του προσωπικού της Βουλής υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης στο Ανώτατο Δικαστήριο με σύνθεση όπως προβλέπεται στο άρθρο 82/3.
    9. Η Βουλή στην πρώτη συνεδρίασή της αφού συγκροτηθεί σε σώμα, ψηφίζει μεταξύ των υποψήφιων κομμάτων. Τα κόμματα που δεν παίρνουν καμιά ψήφο δεν θεωρούνται κόμματα της Βουλής και δεν έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται για τα κόμματα της Βουλής. Η ψηφοφορία για τα κόμματα επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ανανεώνεται η Βουλή.

    Άρθρο 60. Κοινοβουλευτικές επιτροπές
    1. Η Βουλή στην αρχή της βουλευτικής περιόδου συνιστά από τα μέλη της διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
    2. Η Βουλή συνιστά από τα μέλη της εξεταστικές επιτροπές, εφόσον η σχετική πρόταση υπερψηφισθεί από τα δύο πέμπτα του συνόλου των βουλευτών. Η πρόταση υποβάλλεται από το ένα πέμπτο του όλου αριθμού των βουλευτών. Εξεταστικές επιτροπές για ζητήματα που ανάγονται στην εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα συνεδριάζουν μυστικά, εκτός αν αποφασίσουν διαφορετικά. Το πόρισμά τους δημοσιεύεται σε περίληψη, εκτός αν αποφασίσει η Βουλή διαφορετικά.

    Άρθρο 61. Αναφορά στη Βουλή
    Κανένας δεν εμφανίζεται στη Βουλή αυτόκλητος για να αναφέρει οτιδήποτε προφορικά ή εγγράφως. Οι αναφορές παρουσιάζονται από βουλευτή ή παραδίδονται στον Πρόεδρο. Η Βουλή έχει δικαίωμα να αποστέλλει τις αναφορές που της απευθύνονται στους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς, οι οποίοι υποχρεούνται να δίνουν διευκρινίσεις όποτε τους ζητηθούν. Κατ΄ εξαίρεση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τα μέλη της Κυβέρνησης και οι αρχηγοί των κομμάτων της Βουλής ή εκπρόσωποί τους μπορούν να εμφανίζονται στη Βουλή αυτόκλητοι και να λαμβάνουν το λόγο.

    Άρθρο 62. Νομοθετικό έργο της Βουλής
    1. Η Βουλή ασκεί το νομοθετικό της έργο σε Ολομέλεια, στο τμήμα διακοπής και στις επιτροπές.
    2. Ο Κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από τη Βουλή στην ολομέλεια, στο τμήμα διακοπής και στις επιτροπές. Τα ζητήματα εμπιστοσύνης και δυσπιστίας προς την Κυβέρνηση και η σύσταση εξεταστικών επιτροπών ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Βουλής.
    3. Η παρουσία των βουλευτών σε όλες τις εργασίες της Βουλής είναι υποχρεωτική. Η απουσία, αν δεν είναι δικαιολογημένη, υποχρεώνει το βουλευτή να πληρώνει πρόστιμο που το ύψος του ορίζεται από το νόμο.

    Άρθρο 63. Σχέδια νόμου
    1. Η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει στη Βουλή και στην Κυβέρνηση. Εφόσον πρόταση νόμου προέρχεται τουλάχιστον από το ένα τρίτο του όλου αριθμού των βουλευτών, η επεξεργασία της προτάσσεται κάθε άλλου νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου.
    2. Προτάσεις και σχέδια νόμων, τροπολογίες και προσθήκες που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό δεν εισάγονται για συζήτηση χωρίς έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και γνωμοδότηση της Ελεγκτικής Αρχής.
    3. Μία φορά το μήνα, σε ημέρα που ορίζει ο Κανονισμός εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη κατά σειρά προτεραιότητας και συζητούνται εκκρεμείς προτάσεις νόμων.

    Άρθρο 64. Αιτιολογική έκθεση
    Κάθε πρόταση, σχέδιο νόμου, τροπολογία ή προσθήκη συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση και από έκθεση επιπτώσεων. Αν αποσκοπεί στην τροποποίηση διάταξης νόμου, καταχωρίζεται στην αιτιολογική έκθεση ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται.

    Άρθρο 65. Ψήφιση νόμου
    1. Κάθε νόμοσχέδιο και πρόταση νόμου συζητούνται και ψηφίζονται μία φορά, καταρχήν, κατάρθρο και στο σύνολο.
    2. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που συζητήθηκαν και ψηφίστηκαν στην αρμόδια επιτροπή εισάγονται στην Ολομέλεια σε μία συνεδρίαση και συζητούνται και ψηφίζονται ενιαία επί της αρχής, επι των άρθρων και στο σύνολο.
    3. Νομοσχέδιο που χαρακτηρίζεται από την Κυβέρνηση ως κατεπείγον εισάγεται για ψήφιση ύστερα από περιορισμένη συζήτηση σε μία συνεδρία.
    4. Η Κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει να συζήτηθεί σε ορισμένο αριθμό συνδριάσεων νοσμοσχέδιο ή πρόταση νόμου που έχει επείγοντα χαρακτήρα.
    5. Η ψήφιση δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων, που συντάχθηκαν από ειδικές επιτροπές, οι οποίες έχουν συσταθεί με ειδικούς νόμους, μπορεί να γίνει με ιδιαίτερο νόμο που τους κυρώνει στο σύνολό τους.
    6. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν με απλή ταξινόμησή τους ή επαναφορά στο σύνολό τους καταργημένων νομων.

    Άρθρο 66. Ερμηνεία νόμων
    1. Η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.
    2. Νομος που δεν είναι πραγματικά ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του. Η ανάγκη αυθεντικής ερμηνείας πρέπει να συνάγεται από τη διακύμανση της νομολογίας σε σχέση με την έννοια του ερμηνευμένου νόμου.

    Άρθρο 67. Φορολογία
    1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που, σεβόμενος τις ουσιαστικές δεσμεύσεις που πηγάζουν από το Σύνταγμα, καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.
    2. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής και οι απαλλαγές ή οι εξαιρέσεις από τη φορολογία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων-πλαισίων εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της χώρας με οικονομικούς οργανισμούς.
    3. Φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος μπορεί να επιβάλλεται μόνο για το μέλλον.

    Άρθρο 68. Προϋπολογισμός, απολογισμός, γενικός ισολογισμός

    1. Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της, εγκρίνει τον απολογισμό του προηγούμενου έτους και ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος.
    2. Όλα τα έσοδα και έξοδα του Κράτους πρέπει να αναγράφονται στον ετήσιο απολογισμό και στον ετήσιο προϋπολογισμό ο οποίος πρέπει να είναι ισοσκελισμένος.
    3. Προσχέδιο του προϋπολογισμού κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου και συζητείται, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
    4. Ο Υπουργός Οικονομικών οφείλει κατά τη διάρκεια του επόμενου οικονομικού έτους και εντός της τακτικής Συνόδου της Βουλής, να υποβάλει στη Βουλή απολογισμό για όλα τα έσοδα και τα έξοδα καθώς και την δημόσια περιουσία και τα δημόσια χρέη, συνοδευόμενη από ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
    5. Κάθε πρόταση νόμου ή τροποποίηση νόμου που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού, δηλαδή πρόσθετη δαπάνη ή ελάττωση εσόδων του προϋπολογισμού δεν εισάγεται για συζήτηση, αν δε συνοδεύεται από ειδική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που καθορίζει τη δαπάνη ή την ελάττωση εσόδων, καθώς και από γραπτή έγκριση του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία παρέχεται μόνο σε περίπτωση απρόβλεπτης και άφευκτης ανάγκης ειδικά αιτιολογημένης. Στην περίπτωση αποκλίσεων του απολογισμού από τον σχετικό προϋπολογισμό, που δεν καλύπτεται από τα παραπάνω, η Βουλή αποφασίζει την έγκριση ή μη του απολογισμού με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
    6. Αν δεν εγκριθεί ο απολογισμός, αυτόματα εκπίπτει του αξιώματός του ο Υπουργός των Οικονομικών. Καλείται τότε ο Πρόεδρος της Χώρας να παράσχει εξηγήσεις σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της. Η Βουλή με πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών αποφασίζει, εξ αυτού του λόγου, για την έκπτωση του Προέδρου από το αξίωμά του.

    Άρθρο 69. Μισθοί, συντάξεις, χορηγίες, αμοιβές, έκδοση νομίσματος
    1. Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς ειδικό νόμο. Η διάταξη αυτή ισχύει και για τους υπαλλήλους της Βουλής.
    2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την κοπή ή την έκδοση νομίσματος. Η προηγούμενη παράγραφος δεν κωλύει τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

    Άρθρο 70. Βουλευτική αποζημίωση
    Με τις εξαιρέσεις που αναφέρθηκαν (άρθρο 52), οι υπόλοιποι βουλευτές εξακολουθούν να ασκούν το επάγγελμά τους. Καθώς τα βουλευτικά τους καθήκοντα ενδέχεται να παρακωλύουν την πλήρη άσκηση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, δικαιούνται να έχουν βουλευτική αποζημίωση που ορίζεται με νόμο. Επιπλέον, εάν δεν διαμένουν μόνιμα στην έδρα της Βουλής, δικαιούνται να έχουν έξοδα για κίνηση και στέγαση στην έδρα της Βουλής όπως νόμος ορίζει.

    ΓΕΡΟΥΣΙΑ
    Άρθρο 71. Δομή και έργο της Γερουσίας
    1. Η Γερουσία αποτελείται από 50 καταξιωμένα μέλη της κοινωνίας, ηλικίας πάνω από 50 ετών κατά την εκλογή τους, μεταξύ τέως Προέδρων Δημοκρατίας, Προέδρων της Βουλής, και Προέδρων Ανώτατων Δικαστηρίων. Αν οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από 50, μπορούν να είναι υποψήφιοι και Πρυτάνεις ΑΕΙ και πρώην αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων. Τα μέλη της Γερουσίας εκλέγονται από την ίδια τη Γερουσία και έχουν ισόβια θητεία ή ώσπου να συμπληρώσουν το 90ό έτος της ηλικίας τους. Κάθε μέλος της Γερουσίας που λήγει η θητεία του αντικαθίσταται από άλλο μέλος που εκλέγεται από τα υπόλοιπα μέλη της Γερουσίας μεταξύ όσων έχουν τα προσόντα. Ένσταση εναντίον της εκλογής εκδικάζεται από ειδικό δικαστήριο, με σύνθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 82/3.
    2. Νόμοι της Βουλής που έχουν σχέση με τη χρήση και τη διάθεση της γης, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, τη θρησκεία, την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς, την ισονομία, ισοπολιτεία και ισηγορία των πολιτών ψηφίζονται κατά πλειοψηφία από τη Γερουσία που βρίσκεται σε απαρτία με την παρουσία των τριών πέμπτων των μελών της, και προωθούνται στην Κυβέρνηση.
    3. Η Γερουσία εισηγείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πάνω σε νόμους που ψηφίσθηκαν από τη Βουλή, μετά από ερώτημα του Προέδρου της Δημοκρατίας, για το αν πρέπει να τεθεί το θέμα για δημοψήφισμα.
    4. Με εισήγηση της Κυβέρνησης, η Γερουσία μπορεί να ψηφίζει νόμους πάνω σε θέματα των αρμοδιοτήτων της (παράγραφος 2). Εφόσον εγκριθούν και από τη Βουλή, αποτελούν νόμους του Κράτους. Εάν υπάρχει διάσταση μεταξύ Γερουσίας και Βουλής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είτε αναθεωρεί το νομοσχέδιο, ώστε να εξασφαλίσει την έγκριση των δύο σωμάτων ή το αναπέμπει σε δημοψήφισμα.
    5. Η Γερουσία εισηγείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατάλογο τουλάχιστον τριών προσώπων εγνωσμένου κύρους για την επιλογή αντίστοιχων Προέδρων ανεξάρτητων αρχών.
    6. (Μεταβατικό). Τα μέλη της πρώτης Γερουσίας μετά την ψήφιση αυτού του Συντάγματος επιλέγονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μεταξύ ατόμων που έχουν τα κατάλληλα προσόντα (71/1).
    7. Η αποζημίωση των μελών της Γερουσίας αποφασίζεται από ειδική επιτροπή από κληρωτούς ενόρκους υπό την ευθύνη του Ανώτατου Δικαστηρίου που αναφέρθηκε σ΄ αυτό το άρθρο.
    Σχόλιο. Το άρθρο 71 αποσκοπεί στο να θέσει φραγμό σε ενδεχόμενες ενέργειες της Βουλής που αποτελούν προϊόν δημαγωγίας και μπορεί να φαίνονται ελκυστικές βραχυπρόθεσμα, αλλά ενδέχεται να έχουν ολέθριες μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η προέλευση κάποιων από αιρετό σώμα (Κυβέρνηση) προσδίδει αναγνωρισιμότητα· η προέλευση άλλων από κληρωτό σώμα (Βουλή) προσδίδει αντιπροσωπευτικότητα· η προέλευση τρίτων από σώμα με διορισμένους για ύψιστες γνώσεις (Δικαιοσύνη) προσδίδει γνωστικότητα. Ο τίτλος του «τέως» τους ανεξαρτητοποιεί από τρέχουσες πιέσεις, προσδίδοντας διαχρονικότητα στις αποφάσεις τους. Και η εκλογή των μελών του από την ίδια τη Γερουσία (πλην της πρώτης εκλογής) αυξάνει την ανεξαρτησία της Γερουσίας από τις υπόλοιπες εξουσίες και ποικίλα συμφέροντα. Η τελική απόφαση για αναπομπή σε δημοψήφισμα, αν υπάρχει διάσταση μεταξύ Βουλής και Γερουσίας, επαφίεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

  20. ΠΡΟ-ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ V. ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

    Άρθρο 72. Σύνθεση Κυβέρνησης
    1. Την Κυβέρνηση αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Αντιπρόεδρο και τους Υπουργούς και Υφυπουργούς, τους οποίους ορίζει ελεύθερα ο Πρόεδρος, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου.
    2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της Κυβέρνησης, αν δεν συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζονται για τον βουλευτή και επιπλέον δεν έχει ασκήσει επάγγελμα στην Ελλάδα τουλάχιστον για μια πενταετία, διαθέτοντας και ανάλογη επαγγελματική ασφάλιση. Επίσης δεν πρέπει να έχει οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, ούτε να έχει διαπράξει βεβαιωμένη φοροδιαφυγή.
    3. Τα παραπάνω προσόντα ελέγχονται από ειδική κατά τον Κανονισμό επιτροπή τη Βουλής, η οποία, εάν διαπιστώσει ότι τηρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, επικυρώνει τον διορισμό.
    4. Σε περίπτωση μη έγκρισης του διορισμού, ο θιγόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο με σύνθεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 82/3 κατά της απόφασης της επιτροπής.
    5. Οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των μελών της Κυβέρνησης και του Προέδρου της Βουλής αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους.
    6. Το αξίωμα του μέλους της Κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστο προς οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.

    Άρθρο 73. Αποστολή της Κυβέρνησης
    1. Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Χώρας σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων.
    2. Ο Πρόεδρος εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων.

    Άρθρο 74. Υπουργοί Κυβέρνησης
    1. Κάθε Υπουργός και Υφυπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος.
    2. Κατά την παράδοση του υπουργείου από τον έναν υπουργό στον άλλο, συντάσσεται δημόσιο πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής το οποίο περιλαμβάνει και απολογισμό των πεπραγμένων του απερχόμενου υπουργού.

    Άρθρο 75. Ευθύνες Υπουργικού Συμβουλίου
    Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι συλλογικώς υπεύθυνα για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένα από αυτά για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Κυβέρνησης δεν απαλλάσσει τους Υπουργούς από την ευθύνη τους.

    Άρθρο 76 Δίωξη κατά μελών της Κυβέρνησης.
    1. Η εκδίκαση ποινικών αδικημάτων που τελέσθηκαν από μέλη της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της θητείας τους, υπάγεται απευθείας στην τακτική δικαιοσύνη, όπως και των υπόλοιπων πολιτών και ισχύει για το αξιόποινο των αδικημάτων αυτών ο χρόνος παραγραφής, ο προβλεπόμενος από τον αντίστοιχο ποινικό νόμο.
    3. Απαγορεύεται η θέσπιση οποιασδήποτε μορφής ασυλίας των μελών της κυβέρνησης, για τελεσθέντα από αυτούς ποινικά αδικήματα ή η εξάρτηση της δίωξής τους από οποιαδήποτε άδεια, αναφορά ή άλλη πράξη της Βουλής ή οποιουδήποτε άλλου σώματος ή οργάνου.

    Άρθρο 77. Αποζημίωση μελών Κυβέρνησης
    Νόμος ορίζει τα της αποζημίωσης των μελών της Κυβέρνησης

    ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

    Άρθρο 78. Ανεξαρτησία Δικαιοσύνης
    1. Η Δικαιοσύνη είναι απολύτως ανεξάρτητη από την Νομοθετική και την Εκτελεστική εξουσία, απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία και από κληρωτούς ενόρκους.
    2. Οι δικαστές και οι ένορκοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.
    3. Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.
    4. Νόμος ορίζει την εκλογή προϊσταμένου της Εισαγγελίας κάθε νομού από το λαό, μεταξύ υποψηφίων με τα κατάλληλα προσόντα, που τεκμηριώνουν γνώση των νόμων.

    Άρθρο 79. Διορισμός Δικαστών
    1. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, έπειτα από πρόταση του Δικαστικού Συμβουλίου σύμφωνα με νόμο, ο οποίος ορίζει και τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους και είναι ισόβιοι.
    2. Οι ένορκοι διορίζονται με κλήρωση, μεταξύ των πολιτών που διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα, χωρίς να επιτρέπεται κανενός είδους προεπιλογή. Δεν μπορούν να ορισθούν ένορκοι βουλευτές, Δήμαρχοι, Αντιδήμαρχοι, μέλη των Δημοτικών Συμβουλίων, Πρόεδροι, Αντιπρόεδροι και μέλη Πανελλήνιων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί να εξαιρέσει κάποιους με αίτημα της υπεράσπισης ή της πολιτικής αγωγής, που δικαιολογείται από την πιθανότητα μεροληψίας.
    3. Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται με νόμο που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους.
    4. Οι ένορκοι αμείβονται για τις ημέρες απασχόλησής τους κατ’ αναλογία προς τις αποδοχές των αντίστοιχων δικαστών του Δικαστηρίου στο οποίο δικάζουν, καθώς και με εκτός έδρας έξοδα, αν η μόνιμη κατοικία τους είναι εκτός του δήμου όπου εδράζεται το δικαστήριο.
    5. Με νόμο μπορεί να προβλεφθεί εκπαιδευτική και δοκιμαστική περίοδος των δικαστικών λειτουργών, διάρκειας έως τριών ετών, πριν διοριστούν ως τακτικοί. Κατά την περίοδο αυτή μπορούν να ασκούν και καθήκοντα τακτικού δικαστή, όπως νόμος ορίζει.
    6. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια.
    7. Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ημέρα που συμπληρώνεται το όριο αυτό η 30ή Ιουνίου του έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού.
    8. Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η μετάταξη μεταξύ παρέδρων σε πρωτοδικεία και παρέδρων σε εισαγγελίες, ύστερα από αίτηση των μετατασσομένων, όπως νόμος ορίζει. Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται, μετά από κρίση, στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει.
    9. Στα προβλεπόμενα ειδικώς από το Σύνταγμα δικαστήρια ή συμβούλια, στα οποία μετέχουν μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας. του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συμβουλίου προεδρεύει όποιος από τα μέλη τους είναι ο αρχαιότερος στο βαθμό.
    10. Ποινικές υποθέσεις σε βάρος μελών των Ανώτατων Δικαστηρίων κρίνονται από δικαστήριο ενόρκων με συμμεγοχή δύο καθηγητών της νομικής σχολής, που επιλέγονται με κλήρωση, όπως νόμος ορίζει.

    Άρθρο 80. Περιορισμοί των δικαστικών λειτουργών
    1. Το λειτούργημα του τακτικού δικαστή είναι ασυμβίβαστο με οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα θέση ή έργο.
    2. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.
    3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.
    4. Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών.

    Αρθρο 81. Προαγωγές δικαστικών λειτουργών

    1. Οι προαγωγές, των τακτικών δικαστικών λειτουργών διενεργούνται με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με όσα ορίζει νόμος που ψηφίζεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
    2. Αντικειμενικά κριτήρια αποτελούν ιδίως τα πειθαρχικά παραπτώματα, η ταχύτητα έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, ο βαθμός επιείκειας /αυστηρότητας, ως ποσοστό καταδικαστικών αποφάσεων και η ακρίβεια της κρίσης τους ως ποσοστό αφενός αθωωτικών αποφάσεων που καταδικάστηκαν από ανώτερο δικαστήριο και αφετέρου καταδικαστικών αποφάσεων που αθωώθηκαν από ανώτερο δικαστήριο. Αντίστοιχα κριτήρια για τους Εισαγγελείς είναι ιδίως τα πειθαρχικά παραπτώματα, η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα δίωξης του εγκλήματος και η τήρηση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών.
    3. Ο πίνακας προαγωγών αναρτάται δημόσια. Ο θιγόμενος μπορεί να προσβάλει τον πίνακα ενώπιον της Ολομελείας του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου.
    4. Οι τακτικοί δικαστές τοποθετούνται στην έδρα του οικείου δικαστηρίου και δεν μετατίθενται, ούτε αποσπώνται, ούτε μετατάσσονται παρά μόνο με την συναίνεσή τους, ή εξαιτίας πειθαρχικού ή άλλου παραπτώματος.
    5. Οι πολίτες της έδρας του δικαστηρίου όπου υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός μπορούν με τοπικό δημοψήφισμα να αποφασίσουν την απομάκρυνσή του από την έδρα. Η τύχη του συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού θα κριθεί από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

    Άρθρο 82. Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο

    1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτόν, ασκείται από Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει, το οποίο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή τον Υπουργό αρμόδιο για θέματα Δικαιοσύνης.
    2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρό του, από δύο αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτες, δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δύο δικηγόρους παρ’ Αρείω Πάγω, ως μέλη. Τα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν υπηρεσία τριών τουλάχιστον ετών στο οικείο ανώτατο δικαστήριο ή έχουν οριστεί δικηγόροι παρ’ Αρείω Πάγω από τριετίας και κάθε φορά που το Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει για ενέργεια μέλους ανώτατου δικαστηρίου, εισαγγελέα ή επιτρόπου αποκλείονται από τη σύνθεσή του τα μέλη που ανήκουν στο οικείο δικαστήριο. Εφόσον πρόκειται για πειθαρχική δίωξη κατά μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
    3. Με σύνθεση όπως αναφέρθηκε παραπάνω (παράγραφος 2) εκδικάζονται υποθέσεις που αφορούν: την ελευθερία του τύπου (15/5), την απονομή χάριτος (43/1), τις ευθύνες του Προέδρου της Δημοκρατίας (46/4), την κλήρωση των βουλευτών (47/3), προσφυγές προσωπικού της Βουλής (59/8), ενστάσεις για τη σύνθεση της Γερουσίας (71/1), και προσφυγές για το διορισμό Υπουργών και Υφυπουργών (72/4).
    4. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση κατά τα δύο τρίτα από τακτικούς δικαστές και κατά το ένα τρίτο με κλήρωση από δικηγόρους παρ’ Αρείω Πάγω υπηρετούντες στην έδρα του δικαστηρίου όπου υπηρετεί και ο δικαστικός λειτουργός, κατά τους ορισμούς του νόμου. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας.
    5. Οι κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου πειθαρχικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

    Άρθρο 83. Δικαστικοί υπάλληλοι
    1. Oι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών μπορεί να παυθούν μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης, ή με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που βεβαιώνονται, όπως νόμος ορίζει.
    2. Nόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά.
    3. Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους, όπως νόμος ορίζει. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει.
    4. Oι υπάλληλοι των υποθηκοφυλακείων είναι δικαστικοί υπάλληλοι. Oι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις. Oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναλογική εφαρμογή και σε αυτούς.
    5. Oι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι λοιποί μόλις συμπληρώσουν το όριο που προβλέπει ο νόμος.

    Άρθρο 84. Διοικητικά, πολιτικά και ποινικά δικαστήρια
    1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά.
    2. Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.
    3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.
    4. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά.
    5. Τα δικαστήρια υποχρεωτικά αποφαίνονται στην απόφασή τους για την συνταγματικότητα του εφαρμοζόμενου στην κρινόμενη υπόθεση νόμου και υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Εφόσον διαπιστώσουν αντισυνταγματικότητα του εφαρμοζόμενου νόμου ή αμφιβάλουν για την συνταγματικότητα του νόμου, υποχρεούνται να αναβάλουν την έκδοση της απόφασης και να παραπέμψουν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο προκειμένου να κρίνει αμετάκλητα περί της συνταγματικότητας του νόμου.
    6. Η επιλογή στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου διενεργείται με κλήρωση μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανωτάτου δικαστηρίου. Ομοίως, η επιλογή στην θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διενεργείται με κλήρωση μεταξύ των αντιεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Η θητεία των ανωτέρω είναι ετήσια.

    Άρθρο 85. Διοικητικά δικαστήρια

    1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
    2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
    3. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

    Άρθρο 86. Αρμοδιότητες Συμβουλίου Επικρατείας

    Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν:
    α) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
    β) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, συνοδευόμενα από πλήρη αιτιολογία.

    Άρθρο 87. Ποινικά δικαστήρια

    1. Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι.
    2. Ειδικός νόμος ορίζει τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 84/2 και 88. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.
    3. Ειδικοί νόμοι ορίζουν:
    α) Τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες.
    β) Τα σχετικά με το δικαστήριο λειών.
    4. Τα δικαστήρια του στοιχείου α) της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας του άρθρου 78/1 και από στρατοδίκες που κληρώνονται σύμφωνα με ειδικό νόμο. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 84.

    Άρθρο 88. Ορκωτά δικαστήρια

    1. Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από ορκωτά δικαστήρια.
    2. Τα εγκλήματα δικαστών και δικηγόρων δικάζονται από ορκωτά δικαστήρια συγκροτούμενα όπως προβλέπει ειδικός νόμος και προεδρευόμενα από τακτικό δικαστή, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

    Άρθρο 89. Ελεγκτικό Συνέδριο

    1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν:
    α. Ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων σύμφωνα με το άρθρο 29 του Συντάγματος.
    β. Ο έλεγχος των οικονομικών και του πόθεν έσχες των μελών της κυβέρνησης, των βουλευτών και όσων κρατικών αξιωματούχων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Ο έλεγχος της προηγούμενης παραγράφου είναι δημόσιος ώστε να μπορεί να περιέλθει σε γνώση των πολιτών και δεν υπόκειται σε κανενός είδους απόρρητο.
    γ. Η ειδική έκθεση του άρθρου 68 του Συντάγματος.
    δ. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό.
    ε. Ο έλεγχος συμβάσεων στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή. Εξαιρούνται εκείνες μόνο οι συμβάσεις τις οποίες προβλέπει ειδικός νόμος που ψηφίζεται από αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
    στ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α’ έλεγχο.
    2. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

    Άρθρο 90. Ειδικό δικαστήριο

    1. Αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών δικάζονται από Ειδικό Δικαστήριο συγκροτούμενο από πέντε δικηγόρους με εικοσαετή τουλάχιστον θητεία, οι οποίοι επιλέγονται με κλήρωση από τους υπηρετούντες σε όλη την Επικράτεια δικηγόρους, πλην των δικηγόρων που είναι μέλη του δικηγορικού Συλλόγου όπου υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός.
    2. Του δικαστηρίου προεδρεύει ο αρχαιότερος δικηγόρος.

    Άρθρο 91. Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο
    1. Συνιστάται Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται:
    α) Ο έλεγχος της τυπικής και ουσιαστικής συνταγματικότητας των νόμων, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν παραπομπής από δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 4.
    β) Η εκδίκαση ενστάσεων κατά του κύρους των προεδρικών εκλογών και των βουλευτικών κληρώσεων.
    γ) Ο έλεγχος της νομιμότητας της διαδικασίας προκήρυξης δημοψηφίσματος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, καθώς και ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος.
    δ) Η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή ή μέλους της κυβέρνησης.
    ε) Η άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων.
    2. Tο δικαστήριο της προηγούμενης παραγράφου συγκροτείται από πέντε τακτικούς δικαστές των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, πέντε τακτικούς καθηγητές των νομικών σχολών της χώρας και πέντε δικηγόρους με εικοσαετή θητεία εξ όλων των δικηγορικών συλλόγων της χώρας κατόπιν κληρώσεως όλων αυτών και προεδρεύει ο αρχαιότερος των δικαστών. Μαζί με τα ανωτέρω τακτικά μέλη επιλέγονται με τον ίδιο τρόπο και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη. Η διάρκεια της θητείας των μελών του ανωτέρω δικαστηρίου είναι τριετής.
    3. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, οι τακτικοί δικαστές μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους στο δικαστήριο που υπηρετούν.
    4. Η οργάνωση και λειτουργία του δικαστηρίου καθώς και τα σχετικά με τη διαδικασία σ’ αυτό ορίζονται με ειδικό νόμο.
    5. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες.
    6. Διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση.

    Άρθο 92. Εξώδικη εκδίκαση παραβάσεων
    Μπορεί με νόμο:
    (α) να ανατεθεί σε αρχές που ασκούν αστυνομικά καθήκοντα η εκδίκαση τών παραβάσεων που τιμωρούνται με πρόστιμο,
    (β) να ανατεθεί σε αρχές αγροτικής ασφάλειας η εκδίκαση των σχετικών με τους αγρούς πταισμάτων και των ιδιωτικών διαφορών που απορρέουν από αυτά. Σ΄ αυτές τις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο η οποία έχει ανασταλτική ισχύ.

    Σχολιο. Το άρθρο αυτό έχει σκοπό να μειώσει το φόρτο των δικαστηρίων και επομένως να συντομεύσει την απονομή δικαιοσύνης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: